ΑΠΟΨΕΙΣ

Ωμές παραβιάσεις κανονισμών της Βουλής

Στο ναδίρ βρίσκεται αυτές τις ώρες η αξιοπιστία του κοινοβουλευτικού συστήματος, με ευθύνη κατ’ αρχήν των ίδιων των βουλευτών αλλά και της κυβέρνησης και, φυσικά, της πολιτικής διεύθυνσης του Κοινοβουλίου. Ολα όσα διαδραματίζονται, λέγονται, σχεδιάζονται και αποφασίζονται με επίκεντρο το κρίσιμο ασφαλιστικό πολυνομοσχέδιο είναι ενδεικτικά του «κατήφορου».

Η κατάθεσή του, ως γνωστόν, έγινε στις 22 Απριλίου. Τρεις ημέρες μετά άρχισε η συζήτησή του στις επιτροπές Κοινωνικών και Οικονομικών Υποθέσεων – στις οποίες σήμερα, Παρασκευή, ολοκληρώνεται η επεξεργασία του. Ξαφνικά χθες, λοιπόν, και ενώ άπαντες ανέμεναν να έλθει στην Ολομέλεια προς ψήφιση στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, η κυβέρνηση αποφάσισε να επισπεύσει τις διαδικασίες και με ρυθμούς οι οποίοι παραπέμπουν σε εκείνους που προβλέπονται σχεδόν για τα «κατεπείγοντα» νομοσχέδια το εισάγει προς τελική έγκριση εντός του Σαββατοκύριακου. Με την κίνησή της αυτή, ένα ακόμη άρθρο του Κανονισμού της Βουλής (άρθρο 93 περί προθεσμίας τουλάχιστον τριών ημερών από την υποβολή ειδικής έκθεσης της επιτροπής – εν προκειμένω των επιτροπών, έως την έναρξη της διαδικασίας στην Ολομέλεια) καταργήθηκε στην πράξη.

Δεν είναι το πρώτο και, ασφαλώς, δεν πρόκειται να είναι ούτε το τελευταίο άρθρο του Κανονισμού λειτουργίας της Βουλής που παραβιάζεται. Κι εδώ είναι που το υπό τον κ. Νίκο Βούτση Προεδρείο της Βουλής φέρει μεγάλες ευθύνες, συμπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο το παζλ, του οποίου έως τώρα τα «κομμάτια» ήταν: η αποδοχή προς ψήφιση τροπολογιών που ήταν είτε εκπρόθεσμες είτε άσχετες με τα σχέδια νόμου στα οποία συμπεριελήφθησαν, η ανοχή σε παραβιάσεις του χρόνου από ομιλητές καθώς και η ανοχή έναντι προκλητικών συμπεριφορών των στελεχών της «Χρυσής Αυγής». Αν και ως προς αυτό το τελευταίο, η κορυφαία ευθύνη είναι του εκλογικού σώματος που έστειλε μια τέτοια οργάνωση στον Ναό της Δημοκρατίας.

Πέραν τούτων, ωστόσο, υπάρχει και η στάση των ίδιων των βουλευτών που δημιουργεί τουλάχιστον προβληματισμό: Στην αίθουσα της Γερουσίας χθες, όπου συνεδρίαζαν οι δύο κοινοβουλευτικές επιτροπές, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μαραθώνιας διαδικασίας δεν ήταν περισσότεροι από, κατά μέσον όρο, 20 βουλευτές, από τα συνολικά 112 μέλη των δύο επιτροπών. Η απροθυμία των μελών του Κοινοβουλίου να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις, είτε της Ολομέλειας είτε των επιτροπών, δεν συνιστά καινούργιο φαινόμενο, ασφαλώς. Πλην όμως, ειδικά στα δύσκολα μνημονιακά χρόνια και ειδικότερα σε κρισιμότατα νομοσχέδια, όπως το υπό έγκριση, η απουσία από τις συνεδριάσεις προσλαμβάνει ξεχωριστά απαξιωτική για τον ρόλο της εθνικής αντιπροσωπείας σημασία. Εστω, πάντως, «αυτή την ώρα» θα είχε έστω παράπλευρο ενδιαφέρον να έδιδαν στη δημοσιότητα οι αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής, με άνωθεν βεβαίως πολιτική εντολή, τη λίστα με τους βουλευτές που θα δουν στον τραπεζικό τους λογαριασμό το ποσό των 75 ευρώ που, βάσει Κανονισμού, λαμβάνει έκαστος για τη «συμμετοχή» σε κάθε συνεδρίαση Επιτροπών.

Εως τότε, απλώς θα αναμένουμε παρακολουθώντας τα μνημόνια να περνούν και την αξιοπιστία του Κοινοβουλίου να κατεβαίνει σκαλοπάτια, ισάριθμα των άρθρων Κανονισμού και Δεοντολογίας που παραβιάζονται καθημερινά.