ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Marfin και η καθημερινότητα της καταστροφής

Πάλι βράζει η χώρα. Στη Βουλή συζητείται το νέο ασφαλιστικό, συνδικάτα και ομοσπονδίες κήρυξαν απεργίες, αναμένονται κι άλλες διαδηλώσεις. Δεν γνωρίζουμε τι θα διεξαχθεί στη Βουλή ούτε εάν η υπερψήφιση του νόμου θα πείσει τους εταίρους στο Eurogroup της Δευτέρας να αξιολογήσουν θετικώς τις κινήσεις της κυβέρνησης και να ελευθερώσουν επιτέλους πόρους του τρίτου μνημονίου. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, άνεργοι, φοιτητές και παιδιά – ουδείς γνωρίζει τι θα φέρει το αύριο. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι το σήμερα θα κρατήσει πολύ. Χθες ήταν η έκτη επέτειος του θανάτου τριών ανθρώπων σε τραπεζικό κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, σε μια από τις πρώτες μαζικές εκδηλώσεις εναντίον του πρώτου μνημονίου το 2010.

Οταν «οι νεκροί της Marfin» γίνονται αντικείμενο λεκτικής σύγκρουσης στη Βουλή και στα κοινωνικά μέσα, αντί να είναι καθολική η απαίτηση να λογοδοτήσουν οι δολοφόνοι, πώς μπορεί κανείς να ελπίζει σε ασφάλεια και δικαιοσύνη; Οταν για όσους «κατανοούν» τους εμπρηστές αρκεί η καταδίκη τριών υπευθύνων του καταστήματος, φαίνεται το μέγεθος του χάους στη χώρα – μιλάμε την ίδια γλώσσα, αλλά βρισκόμαστε σε διαφορετικούς κόσμους. Χθες πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε στη μέση μεγάλης λεωφόρου γιατρός ο οποίος διακρίνεται για τη συνέπεια και την εργατικότητά του, για την προσφορά του σε ασθενείς, σε ιατρικές εταιρείες και σε δομές του εθνικού συστήματος υγείας. Εως το βράδυ δεν ήταν γνωστοί οι δράστες, αλλά είναι εντυπωσιακό ότι μέσα στη ροή των γεγονότων, μέσα στη γενική αβεβαιότητα, η πράξη αυτή καταγράφηκε ως ακόμη ένα περιστατικό μέσα σε τόσα άλλα. Συνηθίζουμε στην ανωμαλία. Με τόσα που συμβαίνουν στην «Ελλάδα του Μνημονίου», γιατί να θυμόμαστε τους νεκρούς της Marfin; Επειδή το ατιμώρητο των δολοφόνων αιωρείται πάνω μας σαν βρώμικο σύννεφο, επειδή είμαστε όλοι ένοχοι για την ανοχή στο άδικο, επειδή συνεχίζουμε τις ζωές μας γνωρίζοντας ότι η κοινωνία δεν είναι δομημένη με τρόπο που να μας εξασφαλίζει την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια. Εχει τρυπώσει βαθιά μέσα μας το σκουλήκι της ενοχής γι’ αυτό, έχει ριζώσει ο φόβος ότι μόνο η τύχη μάς σώζει από τον εγκληματία, από τον επικίνδυνο δρόμο, από τον κακόβουλο δημόσιο λειτουργό, από τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα νοσοκομεία. Αυτή η έλλειψη αισθήματος δικαιοσύνης υπονομεύει τα πάντα – τις μεταξύ μας σχέσεις, τη σχέση του καθενός με το κράτος. Οσο ανεχόμαστε το κακό, δυσκολευόμαστε να μην το αναπαράγουμε. Μιλώντας προχθές με φίλο ελεύθερο επαγγελματία, που ύστερα από δεκαετίες εργασίας αναρωτιέται εάν θα αντέξει νέους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, διαπίστωσα ότι γι’ αυτόν ήταν δεδομένο ότι η οικονομία θα είναι πάντα όπως είναι σήμερα, ότι θα πασχίζει συνεχώς να βρει πελάτες και, όταν τους βρει, να τον πληρώνουν. Βρίσκεται όχι μόνο εκεί όπου βρίσκεται ο νέος που δεν ξέρει πώς θα πάρει τα πρώτα του βήματα, αλλά πιο πίσω – φορτωμένος υποχρεώσεις και απογοητεύσεις. Οι ατελείωτες διαπραγματεύσεις μάς έκαναν να ξεχάσουμε ότι στόχος τους είναι να πάρει μπρος επιτέλους η οικονομία. Φθάσαμε στο σημείο όπου η ανοχή για την ανικανότητα και για τη βία γίνεται μοιρολατρία. Στην καθημερινότητα της καταστροφής, μόνη παρηγοριά είναι ότι υπάρχουν και χειρότερα.