ΑΠΟΨΕΙΣ

Σπαταλώντας αποθέματα δημοκρατίας

Παρακολουθώ τα τελευταία έτη συστηματικά, για επαγγελματικούς λόγους ως κοινοβουλευτικός συντάκτης της «Κ», τις συνεδριάσεις, τις διεργασίες, επίσημες και ανεπίσημες, εντός Βουλής. Είχα την τύχη να δω εκ των έσω τον Ναό της Δημοκρατίας στη λειτουργία του, πριν αρχίσει η μνημονιακή εποχή, και έτσι να διαθέτω ένα σαφέστατα υποκειμενικό μεν, πλην όμως ανόθευτο μέτρο σύγκρισης του «τότε» και του «τώρα» –του «πριν» και του «μετά»– της έως τώρα «διαδρομής»: από τις ημέρες που ξοδεύονταν μεγάλα ποσά για απόκτηση κειμηλίων τέχνης σε δημοπρασίες, ενώ η κρίση ήταν προ των πυλών, έως τις σημερινές, κατά τις οποίες σπαταλώνται σημαντικά αποθέματα δημοκρατίας, ενώ βρισκόμαστε εντός του γκρεμού και με τους εκπροσώπους των εχθρικών προς το πολίτευμα δυνάμεων να είναι με έκδηλα βίαιο θράσος εντός των τειχών πια.

Η διαρκής επιδείνωση της κατάστασης, αν και σύμφωνα με πολλούς είναι ιστορικά μάλλον αναμενόμενη σε περιόδους οξύτατων οικονομικών κρίσεων, εντούτοις ακόμα καταφέρνει να με κάνει να απορώ: κυβερνήσεις άλλαξαν, το πολιτικό προσωπικό ανανεώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό και παρά το γεγονός αυτό, οι παλιές συνήθειες και αγκυλώσεις παρέμειναν προκαλώντας περισσότερα προβλήματα συγκριτικώς με εκείνα που «έλυσαν». Ούτε τα πολλά νέα πρόσωπα ούτε η αλλαγή στην πολιτική «ταυτότητα» των κυβερνώντων αποδείχθηκαν ικανά να στρέψουν το τιμόνι προς ήρεμα νερά, αν και θα ήταν λογικό να συμβεί κάτι τέτοιο.

Την ίδια στιγμή, εκ των έσω πάντα εγώ, παρακολουθούσα την απαξιωτική προς το πολιτικό προσωπικό κριτική των πάσης φύσεως σχολιαστών (από οργανωμένα ραδιοτηλεοπτικά στούντιο έως τις παρέες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) να συνεχίζεται και να κλιμακώνεται διαρκώς. Οπως ακριβώς συνέβαινε και «πριν», στα προ κρίσης χρόνια, μόνο που το τελευταίο διάστημα η «κριτική» αυτή προσλαμβάνει ολοένα και πιο χυδαία και βίαια χαρακτηριστικά. Λες και ήταν κάποιοι άλλοι που με ψήφο ή παραλείψεις τους επέλεξαν τους νυν στόχους της κριτικής.

Ούτε σε αυτή την περίπτωση, με άλλα λόγια, η κρίση λειτούργησε λυτρωτικά, αλλά σαν καταλύτης για επιδείνωση της ίδιας, εξαιτίας χρόνιων νοοτροπιών, αρνητικής κατάστασης.

Το σοκ που βιώνουμε από τις αρχές του 2010 δυστυχώς δεν κατάφερε να μας αλλάξει. Αλλά και όπου αυτό συνέβη, έγινε προς το χειρότερο.

Ουδείς γνωρίζει πότε και πώς όλο αυτό θα τελειώσει. Πότε θα κλείσει ο κύκλος της αποσύνθεσης και πόσοι θα αντέξουν ώς το τέλος της επιταχυνόμενα αυτοκαταστροφικής κίνησης σε αυτό το καθοδικό σπιράλ.

Στο μόνο που, ίσως, μπορεί να ελπίζει κανείς είναι αυτό το τέλος να συμβεί τάχιστα. Υπάρχουν δυνάμεις, εντός Βουλής και, ασφαλώς, στην κοινωνία που έχουν ικανότητες και ποιότητα να κάνουν την αρχή. Με σεβασμό στον άνθρωπο, στην ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, με αγάπη για το περιβάλλον. Με δίψα για ζωή και όχι άλλο πια με αγωνία για επιβίωση.

Δύσκολο; Ισως. Ομως, τα «εύκολα» βιώνουμε με τρόπο δραματικό πού μας οδήγησαν: φτωχοποίηση, περαιτέρω υποβάθμιση υγείας και παιδείας, καταστροφή της ποιότητας παντού, ενδυνάμωση των τάσεων κανιβαλισμού, εκκόλαψη του αυγού του φιδιού. Αντέχουμε άλλη αδράνεια; Μας αξίζουν τα ακόμα χειρότερα;