ΑΠΟΨΕΙΣ

Αριστερά και εξουσία

Θα παρουσίαζε ενδιαφέρον εάν ένας συγγραφέας μυθιστορημάτων εναλλακτικής Ιστορίας έγραφε ένα βιβλίο, στο οποίο η ΕΔΑ καταφέρνει να πάρει την εξουσία στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60. Πώς θα διαχειριζόταν εκείνη η αριστερά –η εξιδανικευμένη, ακόμα και σήμερα– τη βαριά ευθύνη της εξουσίας; Δεν θα μάθουμε ποτέ – αντίθετα, ξέρουμε σήμερα τι σημαίνει να είναι στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ.

Με δεδομένο, πάντως, το πολιτικό κλίμα εκείνης της εποχής (θεσμικά, πρακτικά, η αριστερά βρισκόταν στην παρανομία) δεν ετίθετο ζήτημα ανάληψης της εξουσίας. Πέρα από το κλίμα καταπίεσης, είχε καλλιεργηθεί στους αριστερούς κύκλους, μετά το 1944-49, μια ηττοπάθεια (παρά το αγωνιστικό πάθος), και με τα χρόνια επικράτησε μια αριστερά που κατανοεί τον εαυτό της ως πολιτική υπόσταση που παραμένει μακριά από την εξουσία (εν τω μεταξύ, το 1968, είχε και την πρώτη σοβαρή διάσπασή της).

Η μεταπολιτευτική περίοδος παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον σε αυτό το σκεπτικό, καθώς το 1974 η αριστερά παύει να είναι παράνομη σε μια Ελλάδα που αποκτά δημοκρατικό πολίτευμα δυτικοευρωπαϊκών προτύπων. Τα εκλογικά ποσοστά της αριστεράς, ωστόσο, παραμένουν ιστορικά χαμηλά. Παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι η βαθιά χωνεμένη αριστερή ηττοπάθεια παρέμεινε ζωντανή μαζί με ένα σύνδρομο καταδίωξης, κατάλοιπο των εξοριών, των πιστοποιητικών φρονημάτων, της επτάχρονης δικτατορίας κυρίως, με συνέπεια να βολευτεί η ελληνική (κοινοβουλευτική) αριστερά σε ρόλους αντιπολιτευτικούς, τόσο που ενίοτε κινδύνευε να μην μπει καν στη Βουλή το ΚΚΕ Εσ. και οι διάφορες μετεξελίξεις του (πρόγονοι, εν πολλοίς, του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ).

Βεβαίως, η κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, μέσα στη δεκαετία του ’80, κάλυψε ένα μεγάλο μέρος του αριστερού απωθημένου για εξουσία, κομματικά μιλώντας όμως, η αριστερά παρέμεινε «στην απ’ έξω». Ωσπου το 1989 συνέβη το ανέλπιστο: Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας με τον τότε Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, ο οποίος περιλάμβανε όλο το φάσμα της αριστεράς. Λογίστηκε ως «βρώμικο ’89» από το ΠΑΣΟΚ, και σήμερα το θυμόμαστε όχι τόσο για την πρωτοφανή συνεργασία κεντροδεξιάς – αριστεράς, όσο για το κάψιμο των φακέλων και τη δίκη Κοσκωτά. Νομίζω πως τίποτε άλλο δεν έμεινε στη συλλογική μνήμη από εκείνο το βραχύβιο πείραμα, το οποίο, πολλοί πιστέψαμε –αφελώς– πως θα έδινε ένα τέλος στα φαντάσματα του Εμφυλίου (αυτό, σε μια περίοδο, το 1989-91, που διεθνώς ο κομμουνισμός υπέφερε από οξύτατη κρίση ταυτότητας και επιβίωσης). Στα δε κατοπινά χρόνια, ο Συνασπισμός παρέμεινε σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά, ενώ το ΚΚΕ προτίμησε τη βολή του «τρίτου κόμματος»: H εσωστρέφεια εξασφάλισε την κοινοβουλευτική επιβίωση του συστήματος του Περισσού.

Κι ο Συνασπισμός; Ριζοσπαστικοποιήθηκε σταδιακά· έγινε ΣΥΡΙΖΑ, θέτοντας στο περιθώριο το ευρωπαϊκό, κεντρώο προφίλ του. Οι καταιγιστικές εξελίξεις μετά το 2008 έφεραν για πρώτη φορά την ελληνική αριστερά σε τροχιά εξουσίας με μιαν αλματώδη δυναμική, τέτοια που προχθές ψήφισε, επίσης για πρώτη φορά, το ολόδικό της μνημόνιο – σε αγαστή συνεργασία, βέβαια, με τη λαϊκιστική ακροδεξιά, εταίρο της στην εξουσία από το πρώτο λεπτό ανάληψης αυτής.

Εάν οι –μετά το 1950– Ελληνες αριστεροί παρέμεναν παθητικοί απέναντι στην επιδίωξη της εξουσίας, οι επίγονοί της δείχνουν να μη διστάζουν σε τίποτα, προκειμένου να τη διατηρήσουν. Αυτή, βέβαια, είναι και η παγίδα στην οποία πέφτει ένας λιμασμένος της εξουσίας. Και υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα: Οι μέθοδοι της αριστεράς (ελληνικής ή μη) φαίνεται πως ορίζουν και το ατελέσφορο της ιδεολογίας της, πιο απλά, αργά ή γρήγορα, χάνουν. Το μεγάλο ερώτημα είναι φυσικά, και σε ό,τι αφορά εμάς, τους υπόλοιπους, πόση «καμένη γη» θα αφήσουν πίσω τους…