ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Επιμενίδης στην Ελλάδα του 2016

Τ​​ον Επιμενίδη από την Κνωσό, μάντη, προφήτη και θαυματοποιό του 7ου αιώνα π.Χ., τον θυμηθήκαμε πρόσφατα, με αφορμή τους δεσμώτες νεκρούς που οι σκελετοί τους βρέθηκαν στο Φάληρο. Τον είχαν προσκαλέσει οι Αθηναίοι για να εξαγνίσει την πόλη από το κυλώνειο άγος, από την εξόντωση όσων είχαν προσφύγει ικέτες στον βωμό της Πολιάδος Αθηνάς, σίγουροι για την ασυλία τους· στις μέρες μας μπορούμε να αδιαφορούμε για ικέτες και άσυλα δίχως ιδιαίτερες θεολογικές ανησυχίες. Μια μορφή μισό των θρύλων – μισό της ιστορίας ο Επιμενίδης, μας κληροδότησε ένα διάσημο παράδοξο: τον αφορισμό «Κρήτες αεί ψεύσται», που μπορεί να σημαίνει ή ότι όλοι οι Κρητικοί λένε πάντα ψέματα ή ότι λένε πάντα την αλήθεια, αφού και ο ίδιος ήταν Κρητικός.

Επιπλέον τον συνοδεύει η αιώνια φήμη ότι απόλαυσε τον μεγαλύτερης διάρκειας ύπνο στην ιστορία της ανθρωπότητας (αν βγάλουμε από τον λογαριασμό όσους μεγιστάνες εκμεταλλεύονται σήμερα τις προσφορές της κρυογονικής και αναμένουν κατεψυγμένοι το άχρηστο γιατροσόφι της αθανασίας). Θρυλείται λοιπόν ότι κοιμήθηκε 57 έτη, όταν, αναζητώντας τα πρόβατα της οικογένειας, χάθηκε μέσα σε ένα από τα πολλά και φημισμένα σπήλαια της Κρήτης. Και αφού κοιμήθηκε κάτι παραπάνω από μισόν αιώνα και ξανάρθε στο φως, άρχισε να ξαναψάχνει για τα ζωντανά του. Δεν συνάντησε όμως τίποτε γνώριμο γύρω του.

Το ίδιο ακριβώς θα ένιωθε (θα πάθαινε μάλλον) όποιος στην εποχή μας έπεφτε σε έναν μίνι επιμενίδειο ύπνο (ή κώμα), όχι 57 ετών αλλά 57 μηνών, και ξυπνούσε κάποια στιγμή στο αίσιο και ευτυχές έτος 2016, Μάη μήνα. Θα ξόδευε τις πρώτες του ώρες σε φιλιά και χάδια με τους δικούς του, κι ύστερα, σωστός πολίτης, θα ζητούσε να ενημερωθεί. Και επειδή δεν θα ’βρισκε δισκία συμπιεσμένης χρονογνώσης, θα κατέφευγε στα συνήθη. Εφημερίδες (αν ήταν παλιομοδίτης, του γραπτού Τύπου), περιοδικά, τηλεόραση, Ιντερνετ, ραδιόφωνο, όλα μαζί, βουλιμικά. Για να καλύψει το κενό. Να εκσυγχρονιστεί. Επί της ουσίας. Οχι σαν εκείνον τον εκσυγχρονισμό, ένα θρύλο των δικών μας ημερών, που πολιτεύτηκε με τον παραδοσιακό κομματικό παλαιοημερολογιτισμό.

Πόσο χρόνο θα του παραχωρούσαμε άραγε ώσπου να υποστεί κλονισμό μέγα από όσα θα άκουγε και θα έβλεπε στον αναποδογυρισμένο κόσμο στον οποίο θα είχε επιστρέψει; Μία ώρα; Δύο; Μάλλον. Μετά τις πρώτες επαληθεύσεις, και αφού εξακρίβωνε ότι δεν ήταν θύμα χρονοσκευωρίας σαν εκείνες που βλέπουμε σε ευφάνταστες ταινίες, πιθανότατα θα ζητούσε να τον αφήσουν μόνο του σε κάποιο δωμάτιο για καιρό. Για δυο-τρεις μήνες τουλάχιστον. Μήπως συνέλθει. Μήπως καταφέρει να επεξεργαστεί και να αφομοιώσει όσα αφοπλιστικώς καινούρια και πρωτότυπα τον περίμεναν στην έξοδό του από τη βαθιά σπηλιά του ύπνου του. Οσα παράδοξα, απερίγραπτα, απίστευτα, εξωφρενικά κτλ. Οσα δηλαδή δίνουν νόημα στο κλισέ «ήρθαν τα πάνω κάτω».

Το πρώτο, βέβαια, που θα παραξένευε τον καλό μας άνθρωπο, ας τον πούμε Υπναλέοντα, θα ήταν η πολιτική κατάσταση. Η νέα εξουσία. Πριν τον υπαγάγει στην απόλυτη δικαιοδοσία του ο Μορφέας, είχε αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ με κάτι ελάχιστα παραπάνω από το 4,5% στις εκλογές του 2009, όταν σάρωνε ο τρίτος της γενιάς Παπανδρέου με 44%. Και τώρα τον βρήκε να κυβερνάει. Και να ’χει νικήσει μάλιστα σε δύο συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις και σε ένα δημοψήφισμα (η ερμηνεία του οποίου ωστόσο, το όχι που έγινε ναι, υποχρέωσε τον αφυπνισμένο μας να σκεφτεί ότι θα ’πρεπε να ρωτήσει σχετικά τον Επιμενίδη, αν πετύχαινε πουθενά το φάντασμά του, για να του ξεκαθαρίσει το περί αλήθειας και ψεύδους σόφισμά του).

Θα τα ’χανε, βέβαια, ο καλός άνθρωπος, βλέποντας τον ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνάει με ταίρι του (παράδοξο μέσα στο παράδοξο, ή μάλλον αφύσικο μέσα στο απροσδόκητο) ένα κόμμα που τον αρχηγό του τον θυμόταν σαν ένα από τα τυπικότερα δείγματα συνωμοσιολαγνικής νηπιότητας και φαφλατάδικου σοβινισμού. Πριν όμως επιτρέψει στον εαυτό του τη σκέψη «θα επιταχύνθηκε η Ιστορία φαίνεται», θα αναγνώριζε ανάμεσα στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου κάμποσους πρώην (και νυν και αεί) Πασοκτζήδες. Και στο μυαλό του θα ξεφύτρωνε ένα τραγούδι που πάντα του άρεσε, «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

Κι αφού θα ’χε πέσει στους Πασοκτζήδες, ο φτερωτός Πήγασος των συνειρμών θα τον οδηγούσε στην αναζήτηση του Γ.Α. Παπανδρέου. Παρότι τον θυμόταν θριαμβευτή, δεν θα τον έβρισκε στο κέντρο της σκηνής, αλλά σε κάποια άκρη, μοναχικό επικεφαλής ενός παρεΐστικου «κινήματος». Σε μικρή απόσταση από αυτόν, μοναχικός επικεφαλής του «κινήματος» της ακινησίας και της «βαρύνουσας σιωπής», ένας άλλος κληρονόμος τρανού ονόματος: ο κ. Κώστας Καραμανλής. «Αχάριστος κόσμος» θα σκεφτόταν ο καλός μας ο Υπναλέων, σαν περιηγητής της νεοελληνικής παραδοξότητας, υποχρεωμένος τώρα να συμφωνήσει πως ήρθαν τα πάνω κάτω. Ασχέτως αν οι Κατεπάνω παραμένουν Κατεπάνω και οι Υποκάτω Υποκάτω.

Τα πάνω κάτω. Οι πολέμιοι της λιτότητας και των φορολογικών «αποστραγγιστικών έργων», νομοθέτες της λιτότητας και εισαγωγείς σωρείας φόρων. Οι πολέμιοι της εξάρτησης, δυναστεμένοι από την εξάρτηση. Οι πολέμιοι των «κατεπειγόντων», των απευθείας αναθέσεων, των προεδρικών διαταγμάτων, της απόσπασης εκπαιδευτικών σε αργόσχολα κομματικοπολιτικά γραφεία, των φωτογραφικών διατάξεων, των μεταμεσονύκτιων τροπολογιών, της διευκόλυνσης ημετέρων, της αστυνομικής βίας, της περίφρακτης Βουλής, του ετσιθελισμού και του κυνισμού, της απρογραμμάτιστης και ασχεδίαστης πολιτικής, να ηττώνται όπως οι Τρώες (στην καλύτερη περίπτωση) ή να συμβιβάζονται, να υποχωρούν, να αυτοακυρώνονται εξαρχής ή σταδιακά· και με τις ίδιες περίπου προφάσεις που χρησιμοποιούσαν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, όταν ήταν αυτοί στα πράματα. Τώρα που δεν είναι, βρήκαν κι αυτοί την ευκαιρία να φερθούν όπως ποτέ δεν φέρθηκαν. Τώρα οι εισαγωγείς των μνημονίων δηλώνουν σφόδρα αντιμνημονιακοί. Οι διαπλεκόμενοι, φανατικοί πολέμιοι της διαπλοκής. Οι διαβολείς κάθε απεργιακής δράσης («συντεχνίες», «ρετιρέ» κτλ.), ενθουσιώδεις υποστηρικτές κάθε απεργού.

Καταπονημένος ο Υπναλέων, θα αναζητούσε κάτι σταθερό να πιαστεί, κάτι οικείο. Και θα ’βρισκε το ασάλευτο ΚΚΕ, τον Ολυμπιακό μόνιμο πρωταθλητή και την οικογενειοκρατία, προσωποποιημένη τώρα από τον κ. Κυρ. Μητσοτάκη. Αυτό το τελευταίο, το σημειωτόν πιστά εικονισμένο, θα τον τσάκιζε. Και θα παρακαλούσε να τον κοιμίσουν έως το 2060. Τότε, λέει το σενάριο, το χρέος θα έχει πέσει στο 104,9% του ΑΕΠ. Και θα υπάρχουν επιτέλους «καλές ειδήσεις».