ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απελπισία, το πιο ισχυρό διαβατήριο

​​Σαν να ξεμάκρυναν οι πρόσφυγες από το οπτικό πεδίο μας. Συνηθίσαμε; Ηταν πολύ δύσκολο, δακρύσαμε, υποφέραμε, συνεισφέραμε, στριμωχτήκαμε ψυχικά, χάσαμε τον ύπνο μας, αλλά μοιάζει σαν να αποτελεί πια μέρος της καθημερινότητάς μας· άβολο μεν, μέρος δε. Απορροφηθήκαμε από το τρίτο μνημόνιο, το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, το Eurogroup. Την ίδια ώρα, η παράλληλη πραγματικότητα στην Ειδομένη, στο Ελληνικό, στη Λέσβο, στη Χίο, επιδεινώνεται. Στην αρχή της εβδομάδας ο πετροπόλεμος ανάμεσα σε πρόσφυγες διαφορετικών εθνικοτήτων στην Ειδομένη είχε ως αποτέλεσμα να παρέμβει η αστυνομία, ρίχνοντας χημικά. Πάνω από 10.000 εκτιμάται ότι παραμένουν στον καταυλισμό. Στο Ελληνικό, όπου βρίσκονται περίπου 3.500, περισσότερα από 1.000 άτομα έκαναν απεργία πείνας, καταγγέλλοντας το «άθλιο φαγητό και νερό». Στη Χίο, περίπου έξι πρόσφυγες επιχείρησαν, με σαμπρέλες και σωσίβια, να κολυμπήσουν προς τον γειτονικό Τσεσμέ. Επιστροφή στην Τουρκία, μόνη διαφυγή από τον εγκλωβισμό και τις εξουθενωτικές συνθήκες διαβίωσης. Ούτε τα 9 ναυτικά μίλια που απέχει η μια ακτή από την άλλη, ούτε τα χρήματα που δαπάνησαν για να φτάσουν ώς την Ελλάδα τούς ανέστειλαν. Η απελπισία είναι το πιο ισχυρό διαβατήριο.

Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) από τις αρχές του 2016 έως και τις 8 Μαΐου στην Ελλάδα έφτασαν μέσω θαλάσσης 155.399 πρόσφυγες και μετανάστες (συνολικά  στην Ευρώπη έφτασαν 187.631), ενώ την ίδια περίοδο έχασαν τη ζωή τους 1.357 άτομα στην «προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη από τις διαδρομές της Μεσογείου» («Κ», 11/05).

Αυτήν την περίοδο, στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1, Κεντρικό Κτίριο) παρουσιάζεται η έκθεση του πολυβραβευμένου φωτορεπόρτερ GMB Akash από το Μπανγκλαντές, ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του «στο να δίνει φωνή σε αυτούς που δεν έχουν». Ο τίτλος της έκθεσης (έως τις 22 Μαΐου) «Γιατί;» και ο υπότιτλος «Παιδιά στους δρόμους της γης». Φωτογραφίες από τους ελληνικούς καταυλισμούς σε χάρτινους κυλίνδρους σκορπισμένους στο πάτωμα. Κινείσαι ανάμεσά τους, ξετυλίγεις τους κυλίνδρους, ό,τι βλέπεις είναι γνώριμο, και όμως διαρκώς κοντοστέκεσαι. Στιγμιότυπα σαν αμοντάριστα πλάνα. Παιδικά πρόσωπα θλιμμένα, αφύσικα μεγαλωμένα, κάποια φωτεινά και χαμογελαστά, κοιτούν τον φακό χωρίς να «βλέπουν» τη δική μας πραγματικότητα. Είναι απορροφημένα από τη δική τους διαδρομή. Καταπονημένα, νομίζεις ότι ακούς να επαναλαμβάνουν μονότονα το ίδιο ερώτημα: «Πότε θα φτάσουμε σπίτι;». Δεν έχεις απάντηση, αλλά θα ήθελες να τα καθησυχάσεις με ένα ψέμα: «Πολύ σύντομα».

Στον τοίχο είναι αναρτημένες, σε σημειώματα, ιστορίες που δεν ξεπερνούν τις τέσσερις-πέντε σειρές η κάθε μία: «Τρεις νύχτες περίμενε μια Αφγανή μητέρα με τα τέσσερα παιδιά της σε ένα βενζινάδικο της Ειδομένης. Δεν τους έχει απομείνει τίποτε, η οικογένεια αγωνιά καθώς τα σύνορα είναι κλειστά. Τα παιδιά υποφέρουν από το κρύο, έχουν πυρετό. Παρά τις δυσκολίες, όλα τα μέλη της οικογένειας είναι ζωντανά. Η μητέρα είναι σίγουρη πως αν δεν είχαν φύγει από το Αφγανιστάν, δεν θα είχαν επιβιώσει». Η: «Τυλιγμένο σε μια θερμική κουβέρτα, το κοριτσάκι από τη Συρία ξεκουράζεται σε παραλία της Μυτιλήνης. Μετά το επικίνδυνο ταξίδι της με μια φουσκωτή βάρκα, έχει πάψει να επικοινωνεί με το περιβάλλον».

Ελάχιστες συνόψεις μιας ανείπωτης οδύσσειας. Αν ενωθούν είναι σαν μια μεγάλη λεζάντα στην ίδια φωτογραφία. Τα πρόσωπα αλλάζουν, οι ιστορίες διαφέρουν, αλλά, στο τέλος της ημέρας, όλοι και όλα ενώνονται στον ίδιο ανήσυχο ύπνο.

Αποσύραμε, κάπως, την προσοχή μας από το προσφυγικό και λίγες ημέρες μετά η κατάσταση δεν είναι ίδια. Εχει επιδεινωθεί. Και άλλο. Η δική τους δοκιμασία αντοχής δεν αφήνει ανεπηρέαστη την ελληνική κοινωνία. Η αποδοχή, η, όποια, αφομοίωση προϋποθέτουν διαδικασίες κυρίως πολιτικές. Δεν πρόκειται για παροδικούς κραδασμούς. Η απελπισία δεν έχει καθημερινότητα· μόνο ανατροπές.