ΑΠΟΨΕΙΣ

Η συζήτηση για το χρέος άνοιξε και… αναβλήθηκε

Για πολλοστή φορά σε μια κρίσιμη καμπή της παρατεταμένης ελληνικής κρίσης, αντί να εξετάσουμε νηφάλια και να αποτιμήσουμε αντικειμενικά, χωρίς κομματικές φορτίσεις, αλλά με εθνική υπευθυνότητα, μια εξέλιξη, γίναμε θεατές ακόμη μιας επικοινωνιακής διελκυστίνδας.

Στο πεδίο της επικοινωνίας –μείζονος σημασίας αν το ζητούμενο είναι η επιβίωση στην εξουσία και όχι το εθνικό συμφέρον– η κυβέρνηση κέρδισε τον πρώτο γύρο. Η αισιοδοξία που εξέπεμψε ο πρωθυπουργός ήταν υπερβολική και παραπλανητική, αλλά «πέρασε» στην κοινή γνώμη. Οι δηλώσεις, η «ενημέρωση» των πολιτικών αρχηγών, η μετάβαση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δημιούργησαν μια εικόνα αισιοδοξίας και γέννησαν προσδοκίες. Η αντιπολίτευση εσφαλμένα επέλεξε τη βιαστική μετωπική απόρριψη. Θα έπρεπε να είχε κινηθεί σε μια γκρίζα περιοχή, υποστηρίζοντας πως είναι μεν θετικό το ότι ανοίγει η περιβόητη συζήτηση για το χρέος, αλλά ταυτόχρονα είναι ενοχλητικά ανεπαρκείς οι πρόνοιες, ανύπαρκτες οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ασαφείς οι προοπτικές.

Επειδή το ζητούμενο δεν είναι τι ωφελεί τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη Ν.Δ., αλλά την Ελλάδα, κάποιες αλήθειες: Είναι ευπρόσδεκτη ή έστω και κουτσουρεμένη έναρξη της συζήτησης για το χρέος στο πλαίσιο του Eurogroup. Ομως, η τριχοτόμηση της διαδικασίας ουσιαστικά αναβάλλει την τελική διευθέτηση που είναι και ο βασικός πυλώνας της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος, το 2018, δεν θα ληφθούν μέτρα, απλά θα εξεταστούν τρόποι καλύτερης διαχείρισης του χρέους. Η σκιά Σόιμπλε πλανάται πάνω από τη συμφωνία.

Αρχικά, το ζητούμενο όλων των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν να υπάρξει «κούρεμα» του χρέους. Είτε το φώναζαν δημόσια είτε το έθιγαν ιδιωτικά, ήταν η λύση που όλοι οι Ελληνες ηγέτες επιθυμούσαν, από τον Παπανδρέου μέχρι τον Σαμαρά. Ηταν άλλωστε και αυτή που σταθερά υποστήριζαν και εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι περισσότεροι ξένοι οικονομολόγοι που δεν εμπλέκονται στον ελληνικό πολιτικό μικρόκοσμο. Ομως, όποτε ένας Ελληνας πρωθυπουργός ή υπουργός τόλμησε να την αναφέρει ή έστω να την υπαινιχθεί, έπεσε σε τοίχο. Από τις απειλές του Τρισέ στον Παπανδρέου, φθάσαμε στο «forget it Yannis» του Σόιμπλε στον Στουρνάρα. Η προσδοκία για «κούρεμα» του χρέους δεν αντανακλούσε κάποια αυξημένη πατριωτική ευαισθησία του ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν η αυτονόητη πρώτη επιλογή όλων, αλλά η ΕΚΤ φοβόταν τις συνέπειες και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν την άντεχαν πολιτικά. Ετσι, περάσαμε στην αναζήτηση άλλων τρόπων απομείωσης του χρέους.

Στο Eurogroup άνοιξε η συζήτηση για επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των ευρωπαϊκών δανείων και παροχή επιπλέον περιόδου χάριτος στην καταβολή τόκων και κεφαλαίων, αλλά σε ό,τι αφορά την άλλη σημαντική παράμετρο, την προοπτική μετατροπής των κυμαινόμενων επιτοκίων σε σταθερά, δυστυχώς το τοπίο παραμένει θολό.

Είναι καλοδεχούμενο ότι ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, εξετάζει την προοπτική επαναγοράς των ακριβών δανείων του ΔΝΤ που έχουν υψηλότερο επιτόκιο. Ενα δάνειο με μεγαλύτερη διάρκεια και χαμηλότερο επιτόκιο θα ωφελήσει τη χώρα μας. Από την άλλη, οι δημοσιονομικοί στόχοι που αποτελούν την υπόθεση εργασίας όλου του εγχειρήματος παραμένουν μη ρεαλιστικοί. Δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς πως η Ελλάδα θα επιτυγχάνει συνεχώς και σε σταθερή βάση τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα, άνω του 3% του ΑΕΠ, για πολλά χρόνια μετά το 2018, ίσως και μέχρι το 2030. Το χειρότερο είναι πως η Ευρωζώνη δεσμεύεται να επανεξετάσει το θέμα του χρέους εάν υπάρχει λόγος και υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα επιτυγχάνει τους φιλόδοξους δημοσιονομικούς της στόχους.

Αυτό είναι το σκηνικό –με θετικά και αρνητικά, προσδοκίες και παγίδες– που έχει διαμορφωθεί γύρω από την περιβόητη ελάφρυνση του χρέους που ουσιαστικά αναβάλλεται για μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου.