ΑΠΟΨΕΙΣ

Στην απαρχή αλλαγής πολιτικού σκηνικού

Η​​ ψήφιση του ασφαλιστικού και του φορολογικού νόμου, πέραν των κοινωνικών επιπτώσεων, αλλάζει και τα μέχρι τώρα πολιτικά δεδομένα. Ο κ. Αλέξης Τσίπρας στερείται των προσφιλών του όπλων, όπως είναι ο εκλογικός αιφνιδιασμός και τα δημοψηφίσματα, και υποχρεώνεται να χαράξει κυβερνητική ρότα, τουλάχιστον έως το 2018, που θα αναζητηθεί η λύση για το χρέος. Στο ενδιάμεσο διάστημα καλείται να αντιμετωπίσει την έντονη λαϊκή δυσφορία, η οποία κατά κανόνα εκδηλώνεται με την εφαρμογή και όχι με την ψήφιση των σκληρών μέτρων, και να επιδιώξει τη θετική για την οικονομία αξιοποίηση των μέτρων του τρίτου μνημονίου. Προφανώς, κατά το ίδιο διάστημα, η Ν.Δ. θα διατηρήσει το δημοσκοπικό προβάδισμα, με περιορισμένες, όμως, δυνατότητες να διαταράξει την οριακή –έστω– κυβερνητική πλειοψηφία. Και τούτο, διότι οι 153 βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως κατέδειξαν οι τελευταίες ψηφοφορίες, φαίνεται να έχουν απολύτως συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική τους επιβίωση εξαρτάται από τους στόχους που έχει θέσει ο κ. Τσίπρας, για κέρδος χρόνου και μακροημέρευση της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αναμένεται ο πρωθυπουργός να προχωρήσει συντομότατα σ’ έναν ευρύτατο ανασχηματισμό, με στόχο, πρώτον, την απομάκρυνση των «απροσάρμοστων» αριστερών του κόμματός του και, δεύτερον, τη διεύρυνση της κυβέρνησης με πρόσωπα που προέρχονται από τη μετριοπαθή αριστερά και το σημιτικό ΠΑΣΟΚ. Θα επιβεβαιώσει, δηλαδή, αυτό που σημειώναμε από τη θέση στα μέσα του 2015, με τίτλο «Εισπήδηση Τσίπρα στην Κεντροαριστερά». Να προσθέσουμε πως ένα τέτοιο εγχείρημα δεν προϋποθέτει, πλέον, εκτεταμένες εκκαθαρίσεις, ούτε απειλεί με αξιοσημείωτες ρωγμές τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι λαφαζανιστές απεχώρησαν, οι «53» συμβιβάστηκαν, όπως και οι «αμετανόητοι» αριστεροί, της κατηγορίας του κ. Σκουρλέτη, που με 16 μήνες καθυστέρηση αποδέχθηκε «το έγκλημα στις Σκουριές». Βέβαια, όλες αυτές οι ιδεοληψίες και παλινωδίες κόστισαν πολύ στη χώρα και στους πολίτες. Το κόστος, όμως, αυτό είναι ακόμη νωρίς να εκτιμηθεί και να καταλογισθεί από τους ψηφοφόρους. Σε αυτό επενδύει ο κ. Τσίπρας και το ίδιο δεδομένο οφείλουν να συνυπολογίζουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Με άλλους λόγους, πιθανότατα βρισκόμαστε στην απαρχή αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Στο μέτρο, δε, κατά το οποίο ο κ. Τσίπρας πετύχει τους μεσοπρόθεσμους στόχους του, το βέβαιον είναι ότι απαιτείται αναπροσαρμογή και της αντιπολιτευτικής τακτικής. Η επιχειρούμενη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ απειλεί πρωτίστως τα μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ενωση Κεντρώων), που αποτελούν τους πρώτους στόχους του για την προσέλκυση ψηφοφόρων. Αντίστοιχα, όμως, οφείλει και η Ν.Δ. να αλλάξει στρατηγική. Αίφνης, ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί να εμμείνει στην απαίτηση για άμεσες εκλογές, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εμφανίζει «άρρηκτη συνοχή», έστω υπό την απειλή πολιτικής αυτοκτονίας και –κυρίως– με κίνητρο τη νομή της εξουσίας. Επιπλέον, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν δικαιολογείται να εμφανίζεται ως κάθετα αρνητική στην εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, όπως έπραξε ως αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε να κατηγορείται πως «υπονομεύει» τη διευθέτηση του χρέους, που αποτελεί εθνικό στόχο. Η στρατηγική της Ν.Δ. πρέπει να επικεντρωθεί, όπως εξήγγειλε ο αρχηγός της, στην αλήθεια προς τον λαό και στην ανάκτηση της αξιοπιστίας του πολιτικού μας συστήματος.