ΑΠΟΨΕΙΣ

Το στοίχημα της «ελκυστικής» Νέας Δημοκρατίας

Οσο πλησιάζουμε στη συμφωνία και στο καθησυχαστικό τέλος της πρώτης αξιολόγησης, ένας νέος «εφιάλτης» προκαλεί ρίγη στο στρατόπεδο των «μεταρρυθμιστικών» δυνάμεων: είναι η πιθανότητα ο Αλέξης Τσίπρας να ολοκληρώσει σύντομα την απίθανη μετάλλαξή του στα θέματα άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Μια τόσο ολοκληρωτική και κυνική μεταστροφή δεν μπορεί παρά να υποκρύπτει φιλοδοξίες μακροημέρευσης στην εξουσία, ερμηνεύουν τις κινήσεις Τσίπρα επαγγελματίες και ερασιτέχνες δημοσιολογούντες. Και όλοι μαζί «χορεύουν» στον ρυθμό που δίνει το Μέγαρο Μαξίμου με όλον τον καλά οργανωμένο προπαγανδιστικό μηχανισμό του. Ταυτόχρονα, πυκνώνουν οι αναλύσεις που υπερτιμούν το πολιτικό άστρο του πρωθυπουργού, εμφανίζοντας τον Αλέξη Τσίπρα ως περίπου «ανίκητο».

Το βάθος και η διεισδυτικότητα παρόμοιων προσεγγίσεων θα αναμετρηθούν σύντομα με την πραγματικότητα, αλλά έως τότε η «μπάλα» περνάει στο γήπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Θεωρητικά, η Νέα Δημοκρατία και ο ηγετικός της πυρήνας θα πρέπει να αισθάνονται ανακουφισμένοι με τις εξελίξεις: φαίνεται ότι η χώρα γλιτώνει μια δεύτερη περιπέτεια σε λιγότερο από ένα χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση χρεώνεται την εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών που της αφαιρούν τελεσίδικα το αντιμνημονιακό φωτοστέφανο. Θεωρητικά, πάλι, όλα δουλεύουν για την επιστροφή της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία. Είναι, όμως, έτσι;

Οχι, απαραίτητα. Οσοι μετρούν τον μέσο χρόνο των κυβερνήσεων που εφάρμοσαν μνημονιακές πολιτικές στα δυόμισι χρόνια και πιστεύουν ότι η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μπει στο ίδιο καλούπι, ίσως θα πρέπει να το σκεφτούν ξανά. Οχι γιατί η σημερινή κυβέρνηση είναι καλύτερη από τις προηγούμενες (κατά τη γνώμη μου είναι πολύ χειρότερη) αλλά γιατί η πολιτική είναι συνισταμένη πολλών, διαφορετικών και συχνά αλλοπρόσαλλων παραγόντων.

Από αυτήν την άποψη, η Νέα Δημοκρατία έχει τον χρόνο να αλλάξει πραγματικά και σε βάθος. Η δημοσκοπική πρωτιά είναι ένα παράπλευρο κέρδος της εκλογής του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία του κόμματος, αλλά δεν αρκεί. Οπως δεν αρκεί η επικοινωνιακή «καραμέλα» της «καταστροφής» που προκάλεσε στην οικονομία το πρόωρο τέλος της κυβέρνησης Σαμαρά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα χρειαστεί περισσότερο θάρρος για να αναμετρηθεί με τους «σκελετούς» της κυβερνητικής Νέας Δημοκρατίας από το 2004 και μετά. Τα πολύ αόριστα «κάναμε κι εμείς λάθη» όχι μόνο δεν πείθουν κανέναν, αλλά εκνευρίζουν ακόμη κι ένα δυνητικά φιλικό ακροατήριο.

Η ειλικρινής φιλοδοξία του Κυριάκου Μητσοτάκη να ηγηθεί του μεταρρυθμιστικού μετώπου δεν μπορεί να γίνει με όρους συμβιβασμού και εσωκομματικών ισορροπιών. Και, τέλος, υπάρχουν τα πρόσωπα, αυτά που λες (αλλά και όσο δεν λες) η «εικόνα», το περίφημο «προϊόν». Πεδίον δόξης λαμπρό για τον νέο αρχηγό: το πώς μπορείς να κάνεις τη Νέα Δημοκρατία ευρύτατα ελκυστική ακούγεται πιο δύσκολο και από την ανέλπιστη επικράτηση στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές.