ΑΠΟΨΕΙΣ

Θλιβερά πορίσματα της αναθεωρητικής ιστοριογραφίας

Μ​​έρα μνήμης η χθεσινή, στα 75 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης. Λίγοι στίχοι λοιπόν από λαϊκή ρίμα αφιερωμένη στις εκτελέσεις στα χωριά της Κυδωνίας, η οποία αξιοποιεί τα μοτίβα των παλιών δημοτικών, όπως γενικότερα έγινε στα τραγούδια της Αντίστασης. «Πουλιά, μην κελαηδήσετε, λουλούδια, μαραθείτε, / τα πάθη του σαρανταδυό με δάκρυα θυμηθείτε. / Μην είχεν έρθει η Κυριακή, μην είχε φτάξει η Τρίτη, / που πέσαν αλεξιπτωτιστές οι Γερμανοί στην Κρήτη. […] Στα μαύρα βουτηχτήκανε της Κρήτης οι μανάδες, / σκοτώνουν τα παιδιά ντωνε επάνω στσι Μαδάρες. / Εις του Καστρίτη τη μεριά, εις του Φουρνέ τον κάμπο, / εκατό δεκαοχτώ εβάλαν σ’ ένα λάκκο. / Με μπαμπεσιά τούς πιάσανε οι Γερμανοί τη νύχτα / και συχωρέστε τω ολονώ, όσοι κι ανέ χαθήκα». Η ρίμα είναι μία από τις πολλές που ιστόρησαν τα αισθήματα των Κρητικών για την εισβολή, τα αντίποινα, τις πυρπολήσεις, την πείνα, τους εκτοπισμούς στα Νταχάου. Τις δημοσίευσε ο Ερατοσθένης Καψωμένος στο βιβλίο «Το σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι: Η δομή και η ιδεολογία του» (Θεμέλιο, 1979).

Δεν είναι βέβαιο ότι τα δημιουργήματα της λαϊκής μούσας μετρούν στο «δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν είναι καν βέβαιο πως δέχονται όλοι οι ιστορικοί ότι διαθέτουν μια μικρή αξία, σαν άμεσες, θερμές μαρτυρίες. Υπάρχουν άλλωστε και ιστορικοί που, για να ικανοποιήσουν το προκάτ σχήμα τους, στρεβλώνουν τις μαρτυρίες ή τις παραβλέπουν κυνικά. Αυτήν τη διαβλητή μέθοδο λατρεύει η σχολή του αναθεωρητισμού.

Δεν έτυχε να ξέρω –και λυπήθηκα μαθαίνοντάς το– ότι «στην περιοχή του Bad Reichendhall της Βαυαρίας, που ήταν το προπύργιο των ορεινών καταδρομέων της Βέρμαχτ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τη δεκαετία του 1960 υπάρχει ένα ναζιστικό μνημείο, η “γέφυρα της Κρήτης”, που συμβολίζει την εισβολή στη μαρτυρική μεγαλόνησο. Κάθε χρόνο, κοντά στις 20 Μαΐου, ημέρα της επετείου της Μάχης της Κρήτης, βετεράνοι σφαγείς της Βέρμαχτ συγκεντρώνονται στο σημείο για να θυμηθούν τα αντίποινα που επέβαλαν στους Κρητικούς» – επειδή αντιστάθηκαν. Το διάβασα σε ρεπορτάζ της Ελένης Μπέλλου (TVXS, 14 Μαΐου).

Στο ίδιο ρεπορτάζ δημοσιεύεται η παρηγορητική διακήρυξη των Γερμανών αντιφασιστών της οργάνωσης RABATZ, οι οποίοι, εναντιούμενοι στην παραγραφή της Ιστορίας, οργανώνουν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην ίδια βαυαρική περιοχή. Δυο-τρεις παράγραφοι:

«Στις 21 Μαΐου 1941 αρχίζει η Βέρμαχτ την από αέρος απόβαση στην Κρήτη. Την τρίτη κιόλας μέρα, ο διοικητής της 5ης Ορεινής Μεραρχίας Ιούλιος Ρίνγκελ διατάζει αντίποινα ενάντια στον άμαχο πληθυσμό. Η διαταγή ορίζει ότι σε περίπτωση που υπάρξει αντίσταση, θα συλλαμβάνουν ομήρους και για κάθε σκοτωμένο στρατιώτη της Βέρμαχτ θα εκτελούν δέκα Ελληνες και κατόπιν θα καίνε τα χωριά. Ετσι ανοίγει το κεφάλαιο των αναρίθμητων σφαγών που έγιναν στην Κρήτη, για ορισμένες από τις οποίες υπεύθυνοι ήταν οι ορεινοί καταδρομείς από το Bad Reichendhall. […] Στη στρατιωτική γιορτή στο Bad Reichendhall γίνεται αναφορά στη Μάχη της Κρήτης. Τέτοιου είδους γιορτές σιγοντάρουν τον ιστορικό αναθεωρητισμό και τα εγκλήματα που διέπραξε η Βέρμαχτ σχετικοποιούνται ή αποσιωπώνται. […] Στις διηγήσεις τους οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως θύματα και όχι ως θύτες και υπεύθυνοι για τα φριχτά τους εγκλήματα».

Δεν έτυχε επίσης να γνωρίζω –και λυπήθηκα πολύ μαθαίνοντάς το– ότι αν είσαι πανεπιστημιακός στην Ελλάδα, απολύεσαι έτσι και γράψεις ή πεις κάτι «που δεν αρέσει». Το πληροφορήθηκα διαβάζοντας στην «Κ» της περασμένης Κυριακής τη συνέντευξη του Γερμανού ιστορικού Χάινς Ρίχτερ στη Μαριάννα Κακαουνάκη. Αντιγράφω: «Παρά τις –πλέον– φιλικές τους σχέσεις, ο Χάινς Ρίχτερ υποστηρίζει πως οι θέσεις του Χάγκεν Φλάισερ για το κατοχικό δάνειο δεν είναι αντικειμενικές. “Το πρόβλημα με τον Φλάισερ είναι ότι έχει γίνει Ελληνας και αν πει κάτι λάθος, κάτι που δεν αρέσει, θα τον απολύσουν”. “Από πού;” τον ρωτάω με έκπληξη. “Από το πανεπιστήμιο” έρχεται η απάντηση. Σημειώνεται ότι ο καθηγητής Φλάισερ έχει λάβει την ελληνική υπηκοότητα και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Νιώθω, συζητώντας μαζί του, ότι ο καθηγητής Ρίχτερ διέρχεται μια περίοδο κατά την οποία είναι θυμωμένος και αφορμώντας από αυτό δεν διστάζει να πει “ό,τι του έρχεται στο μυαλό χωρίς να το πολυσκεφτεί”. Ο ίδιος το αρνείται κάθετα: “Οχι! κάθε άλλο!”».

Πάμπολλοι Ελληνες πανεπιστημιακοί γράφουν στη μεταπολίτευση πράγματα που «δεν αρέσουν» στην εκάστοτε κυβέρνηση, ουδείς όμως απολύθηκε. Αλλά δεν είναι αυτός ο μόνος κραυγαλέα αστήριχτος ισχυρισμός του κ. Ρίχτερ. Διατείνεται, στο βιβλίο του και σε συνεντεύξεις, ότι το αντάρτικο των Κρητικών ήταν «βρώμικο» και ότι έως την Επιχείρηση Ερμής οι Γερμανοί πολεμούσαν σεβόμενοι τη συνθήκη της Χάγης:

«Είναι αλήθεια ότι άτακτοι Κρήτες σκότωναν αρχικά μόνο τους τραυματισμένους αλεξιπτωτιστές, επειδή δεν είχαν όπλα. […] Οι Γερμανοί όμως αντέδρασαν με αντίποινα. Αυτό που έγραψα είναι ότι μέχρι την Επιχείρηση Ερμής ο Β΄ Παγκόσμιος υπήρξε σχετικά “καθαρός” πόλεμος, στον οποίο όλες οι πλευράς σέβονταν το διεθνές δίκαιο του πολέμου» (συνέντευξη στη Λίνα Γιάνναρου, «Καθημερινή», 5.12.2015). Με το «σχετικά» υποθέτω ότι ο κ. Ρίχτερ θέλησε να καλυφθεί, λ.χ., για την εξόντωση δεκάδων χιλιάδων Πολωνών, της ιντελιγκέντσιας (Επιχείρηση Τάννεμπεργκ), το 1939, πολύ πριν από τη Μάχη της Κρήτης.

Υποστηρίζει επίσης ο Γερμανός ιστορικός, που ωστόσο «παραμένει Ελληνας» όπως λέει, πως «οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων ήταν λάθος, αλλά οι πράξεις αυτές των Γερμανών καλύπτονταν από τους νόμους» (υπάρχει λοιπόν νόμος που ορίζει αναλογία ένα προς δέκα;). Οσον αφορά το κατοχικό δάνειο, δηλώνει βέβαιος (το είπε άλλωστε και σε διάλεξή του κεκλεισμένων των θυρών στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών) ότι «στον τελικό υπολογισμό η Ελλάδα είναι η χώρα που χρωστάει στη Γερμανία και όχι το αντίστροφο»… Διάτρητα τα επιχειρήματά του, τα κονιορτοποίησαν σε κοινό κείμενό τους, που δημοσιεύτηκε προ μηνός σε γερμανικό περιοδικό και αναδημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (14-15 Μαΐου), τρεις άλλοι Γερμανοί ιστορικοί: Καρλ Χάιντς Ροτ, Κριστόφ Σμινκ-Γκουστάβους και Χάγκεν Φλάισερ. Η κατάληξη του άρθρου: «Το γεγονός ότι ένας ιστορικός τεμαχίζει και χρησιμοποιεί για τους ισχυρισμούς του επιχειρήματα των δωσιλόγων και των συνενόχων των ναζί, σηματοδοτεί μια νέα συμπεριφορά στη σύγχρονη ιστοριογραφία». Αυτή η θλιβερή συμπεριφορά πάντως κρίνεται –πρέπει να κρίνεται– από την επιστήμη και μόνον. Οχι από τα δικαστήρια, όπως αστόχαστα συνέβη με τον κ. Ρίχτερ στο Ρέθυμνο.