ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απομυθοποίηση του Αλ. Τσίπρα

Θ​​α μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι το νομοσχέδιο που απασχολεί σήμερα τη Βουλή αντικατοπτρίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την κατάσταση της χώρας. Τις επιλογές μιας κυβέρνησης που έφτασε στην εξουσία με βασικό εργαλείο τον άκρατο λαϊκισμό, ενώ ταυτόχρονα έτρεφε αυταπάτες, μοίραζε ψέματα, χαρακτηριζόταν από ανικανότητα και άγνοια, επιδίωκε από την πρώτη στιγμή την παραμονή της στην εξουσία σε συνδυασμό με την εδραίωση ενός καθεστωτικού κομματικού κράτους. Την επάνοδο αναγκαίων ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που η ίδια βδελυσσόταν και καταδίκαζε, αλλά δεν έπαυσαν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα από τότε που ξέσπασε η κρίση. Την πλήρη επικράτηση των απαιτήσεων των δανειστών, με εξαίρεση την εμμονή της κυβέρνησης να βρει τα απαραίτητα χρήματα από υπερφορολόγηση των πολιτών, αντί μιας γενναίας περικοπής δαπανών, η οποία θα ήταν μεν οδυνηρή, αλλά πιθανότατα θα έβαζε τέλος στην πορεία της χώρας προς τα κάτω. Ολα αυτά μαζί αποτυπώνονται στο νομοσχέδιο.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο η κυβέρνηση ολοκληρώνει μία ακόμη μεγαλειώδη κωλοτούμπα, εξαιρετικά δύσκολη στην εκτέλεσή της και για πρωταθλητές του αθλήματος, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διατηρήσει τη ρητορική της. Ομως γι’ αυτήν και τον πρωθυπουργό ισχύει πλέον η φράση του Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα Μόντιγκλ Στερνς προς τους πολιτικούς προϊσταμένους του στην Ουάσιγκτον, τα πρώτα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία: «Μην κοιτάτε τι λέει, αλλά τι κάνει». Δεν αποκλείεται βέβαια αυτό να ήταν το σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα και των επιτελών του από την αρχή, να μιμηθούν δηλαδή την πολύ μεγάλη στροφή του ΠΑΣΟΚ από κίνημα ριζοσπαστικό για τα ελληνικά δεδομένα την εποχή εκείνη σε κόμμα συστημικό. Μόνο που οι εποχές είναι πολύ διαφορετικές, η πολυτέλεια του χρόνου δεν υπάρχει, το ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα να μοιράσει χρήματα για να φέρει τους κάτω στο επίπεδο των πάνω και όχι το αντίστροφο όπως συμβαίνει τώρα και, κυρίως, η ποιότητα πολλών στελεχών του ήταν άλλη, ο Αλέξης δεν είναι Ανδρέας!

Τούτων λεχθέντων, ένα πολύ βασικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι η κατάρριψη (συντριβή μάλλον) της λαϊκής προσδοκίας έως και θρύλου ότι ο Αλ. Τσίπρας και οι δικοί του είναι καλύτεροι, ή σκληρότεροι, διαπραγματευτές από τους προηγούμενους, μετά την κρίση. Τα αποτελέσματα της βαρουφάκειας διαπραγμάτευσης τα βιώσαμε και τα ξέρουμε (μόλις προχθές ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας τα βροντοφώναξε οργισμένος όταν προκλήθηκε από τον Ν. Θεοχαράκη), τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης για την αξιολόγηση τα βλέπουμε με το ασφαλιστικό – φορολογικό νομοσχέδιο Κατρούγκαλου και το πολυνομοσχέδιο που έρχεται σήμερα για ψήφιση στη Βουλή. Πίσω και από τα δύο βρίσκεται εκ των πραγμάτων ο πρωθυπουργός, δηλαδή ο Αλ. Τσίπρας, αυτός έχει την πολιτική ευθύνη, δική του είναι η κυβέρνηση και η δική του φήμη, αξιοπιστία και ικανότητα απογυμνώθηκαν και απογυμνώνονται από κάθε επιχείρηση καλλωπισμού και κάλυψης.

Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, είναι βέβαιον ότι ο Αλ. Τσίπρας ως προσωπικότητα και ως ηγέτης απομυθοποιείται και βγαίνει σοβαρά τραυματισμένος. Πολλοί αναμένουν την κοινωνική αγανάκτηση να εκδηλωθεί το φθινόπωρο και γι’ αυτό σ’ εκείνο το διάστημα και μέχρι το τέλος του χρόνου αναμένουν και τις πολιτικές εξελίξεις. Αυτό θα το δούμε. Μπορεί να δικαιωθούν, μπορεί και όχι. Η ολοκλήρωση του κύκλου του Αλ. Τσίπρα και της κυβέρνησης ΣΥΡΑΝΕΛ θα εξαρτηθεί από αρκετούς παράγοντες. Από τη στάση της κοινοβουλευτικής ομάδας σήμερα, από τη συμφωνία στο Γιούρογκρουπ της 24ης Μαΐου, από το μέγεθος της δόσης του δανείου που θα χορηγήσουν οι Ευρωπαίοι δανειστές, από τη δική τους πολιτική διάθεση και βούληση στη συνέχεια απέναντι στην Αθήνα, από την πορεία της οικονομίας στο άμεσο και το βραχυπρόθεσμο μέλλον, από τις δυνατότητες προσαρμογής και αντοχής των πολιτών στις επιπτώσεις των δύο τελευταίων νομοσχεδίων, από την ικανότητα της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα της Ν.Δ., να πείσει ότι αποτελεί καλύτερη εναλλακτική λύση εξουσίας.

Το σίγουρο είναι ότι ο Αλ. Τσίπρας δεν κάνει πια το «γκελ» που έκανε στους ψηφοφόρους, δεν τους γοητεύει με όσα λέει, η πορεία του από εδώ και πέρα θα είναι φθίνουσα, αλλά δεν ξέρουμε με ποια ταχύτητα. Η ταχύτητα θα είναι συνισταμένη όλων των προηγούμενων, ενδεχομένως και κάποιων απρόβλεπτων αυτήν τη στιγμή συμβάντων. Γι’ αυτό και το ερώτημα περί του χρόνου που έχει μπροστά της αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντηθεί.