ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναστασιάδης και Ερντογάν

Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο δυσχεραίνει τις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού. Τα πολλά μικρά κόμματα που θα εκπροσωπούνται στη νέα Βουλή είναι αντίθετα στην επίτευξη συμφωνίας. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης ειλικρινά επιθυμεί λύση. Για να την πετύχει, καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες και επιδεικνύει ευελιξία –αν η επιλογή του είναι ορθή ή όχι είναι μια άλλη συζήτηση– και αυτό το γνωρίζουν ή θα έπρεπε να το γνωρίζουν όλοι. Ωστόσο, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά σύνθετο κοινοβουλευτικό περιβάλλον που περιπλέκει το έργο του στις διαπραγματεύσεις.

Οι δυσκολίες στο εσωτερικό, ακόμη και στη διαχείριση της οικονομίας, είναι μια σημαντική πτυχή της αποτίμησης του αποτελέσματος. Η άλλη εξίσου σημαντική πτυχή, που εκ των πραγμάτων ενδιαφέρει περισσότερο την Ελλάδα και ευρύτερα τη διεθνή κοινότητα, είναι οι δυσκολίες που διαφαίνονται σε ό,τι αφορά την υποστήριξη από τους Ελληνοκύπριους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μεγάλα κόμματα, τον Δημοκρατικό Συναγερμό και το ΑΚΕΛ –ακόμη και αυτά έχουν αρκετούς ψηφοφόρους που διάκεινται αρνητικά προς τη λύση–, όλα τα υπόλοιπα, που εκπροσωπούν άνω του 40% των Ελληνοκυπρίων, προσεγγίζουν την όποια συμφωνία με απορριπτικές διαθέσεις. Ετσι, η ανάγνωση του αποτελέσματος από την Αγκυρα και τις πρωτεύουσες των διεθνών πρωταγωνιστών δεν μπορεί παρά να κινηθεί προς μία κατεύθυνση. Εάν –και αυτό είναι ένα μεγάλο «εάν», ιδιαίτερα για την Αγκυρα– ειλικρινά επιθυμούν λύση, οφείλουν να αναζητήσουν τρόπους να καταστήσουν το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης ελκυστικό στους Ελληνοκύπριους. Στο πρόσωπο του προέδρου Αναστασιάδη έχουν έναν ηγέτη που αποδεδειγμένα θέλει λύση. Μέχρι και το άδικο και μη λειτουργικό σχέδιο Ανάν είχε υποστηρίξει. Στον Ταγίπ Ερντογάν εναπόκειται να διευκολύνει το δύσκολο έργο του ή να το δυσχεράνει ενταφιάζοντας ουσιαστικά την προοπτική λύσης.

Το 2003 ο Τούρκος ηγέτης δημιούργησε σε όλους προσδοκίες όταν είχε δηλώσει ευθέως, και σε αντίθεση με τον πρωθυπουργό της εισβολής, Μπουλέντ Ετσεβίτ, ότι το στάτους κβο στην Κύπρο δεν μπορεί να συνεχισθεί και το πρόβλημα πρέπει να λυθεί. Σήμερα, 13 χρόνια μετά, παντοδύναμος πλέον, ας ζυγίσει τις τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της Τουρκίας και τις προοπτικές που θα δημιουργούσε η συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο στον συγκεκριμένο τομέα, την εικόνα του στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον, και μέσα από αυτό το ευρύτερο πρίσμα ας αποφασίσει τι θέλει να κάνει με την Κύπρο.

Αν σε στρατηγικό επίπεδο καταλήξει ότι τον συμφέρει να λυθεί το πρόβλημα, η υλοποίηση του μεγάλου στρατηγικού στόχου «αντέχει» –εγώ θα έλεγα επιβάλλει– στοχευμένες διευθετήσεις που θα καταστήσουν τη λύση περισσότερο ελκυστική στους Ελληνοκύπριους. Ο Αναστασιάδης θέλει, αλλά είναι πλέον στριμωγμένος στο εσωτερικό. Για να υπάρξει λύση, ο Κύπριος πρόεδρος χρειάζεται να φέρει στον λαό του ένα καλό πακέτο. Και αυτό θα συμβεί μόνον αν το αποδεχθεί ο Ερντογάν.