ΑΠΟΨΕΙΣ

Λευκή κορδέλα στο μπράτσο της Αυστρίας

Οσοι λαχτάρησαν ή όσοι απόρησαν με τα εκλογικά αποτελέσματα στην Αυστρία (με οριακό αποτέλεσμα επικράτησε ο υποστηριζόμενος από τους Πράσινους Αλεξάντερ ντερ Μπέλεν του Ακροδεξιού Νόρμπερτ Χόφερ) θα πρέπει να αναρωτηθούν: τζάμπα γύρισε πριν από επτά χρόνια ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίκαελ Χάνεκε τη «Λευκή κορδέλα»; Δεν ήταν απλώς μια βραβευμένη ταινία, που εκθειάστηκε από την κριτική και το κοινό. Ηταν ένας προπομπός. Κι όχι μόνο η «Λευκή κορδέλα» αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της φιλμογραφίας του Χάνεκε, όπως και της λογοτεχνίας της χώρας, είχαν στείλει προ πολλού τα μηνύματα. Πίσω από το γαλήνιο τοπίο της Αυστρίας και το σκηνικό των οικογενειακών μυθολογιών –αρκεί να θυμηθούμε την οικογένεια Τραπ της «Μελωδίας της ευτυχίας»– ο Τόμας Μπέρχαρντ έβλεπε ένα αναίσθητο και απαθές έθνος. Αυτήν ακριβώς την Αυστρία περιγράφει και ο Χάνεκε στις ταινίες του: βία, νοσηρότητα, φωλιασμένη στον οικογενειακό πυρήνα και στα θεμέλια της επικοινωνίας, αμετανόητη ιδεολογία της λευκής υπεροχής.

«Ο Φαν ντερ Μπέλεν ανακηρύχθηκε νικητής μετά την καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων, των οποίων γίνεται παραδοσιακά χρήση από ψηφοφόρους ανώτερου μορφωτικού επιπέδου», διαβάζουμε στα σχετικά ρεπορτάζ. Το στοιχείο αυτό παραπέμπει στις ταξικές διαφοροποιήσεις των ψηφοφόρων των δύο υποψηφίων, με το 81% των ψηφοφόρων ανώτερου μορφωτικού επιπέδου να επιλέγει τον Φαν ντερ Μπέλεν και το 86% των εργατών και αγροτών τον Ακροδεξιό Νόρμπερτ Χόφερ.

Ο Χάνεκε στη «Λευκή κορδέλα» απομονώνει ένα κύτταρο της αγροτικής Γερμανίας λίγο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανιχνεύοντας το γονίδιο του ναζισμού χρόνια πριν από την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία. Ενα δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη, στο οποίο ακτινογραφείται η προτεσταντική Γερμανία ως θερμοκήπιο ενός ολοκληρωτισμού. Η ταινία είναι φωτογραφημένη σε ασπρόμαυρο. Οχι για στυλ, αλλά για να δείξει το γκρίζο ανάμεσα στο μαύρο και στο φωτεινό λευκό.

Από την τερατώδη πραγματικότητα στο «Βίντεο του Μπένι» (1991), λίγο μετά την πτώση του Τείχους, περνάει στις «71 Συμπτώσεις» (1993), μικρές ιστορίες θλίψης, μοναξιάς, συσσωρευμένης οργής και φρίκης, στους δρόμους και στα διαμερίσματα της Βιέννης.

Η επανάληψη όμως αμβλύνει την ευαισθησία. Κι αυτή η «γενική αρχή» επιβεβαιώνεται καθημερινά σε μια Ευρώπη που παραδομένη στο όνειρο, στην αυταρέσκεια και στην υπερεκτίμηση της ενότητας υποτίμησε τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, τις ευρωσκεπτικιστικές τάσεις, τα εθνικιστικά, λαϊκιστικά, εξτρεμιστικά κινήματα, τα οποία απλώνονταν στη Γηραιά Ηπειρο.

Η εκλογή του 72χρονου Φαν ντερ Μπέλεν έγινε δεκτή με μεγάλη ανακούφιση στην Ευρώπη λόγω της αβεβαιότητας για το πού θα οδηγούσε ένα «πείραμα Χόφερ» (χθεσινή «Κ»). Κατ’ επανάληψη στην προεκλογική εκστρατεία, ο Φαν ντερ Μπέλεν σημείωνε ότι ο ίδιος είναι παιδί προσφύγων (πατέρας Ρωσοολλανδός, μητέρα Εσθονή) που κατέφυγαν στο Τιρόλο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανοικτή στάση του προς τους πρόσφυγες έρχεται σε ριζική διάσταση με την εχθρότητα που καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται το κόμμα του Χόφερ. «Δεν θέλω να γίνει η Αυστρία η πρώτη χώρα στη Δυτική Ευρώπη που θα έχει επικεφαλής έναν λαϊκιστή δεξιό, μέλος συντηρητικής αδελφότητας που προάγει τον παγγερμανισμό», είχε πει προεκλογικά ο Ντερ Μπέλεν.

Στο μικρό γερμανικό χωριό της «Λευκής κορδέλας» οι άνθρωποι παραμορφώνονται μέσα σε συνθήκες σκληρότητας, περιφρόνησης, θρησκευτικών νευρώσεων, προτεσταντικής ηθικής, διαρκών απαγορεύσεων. Αρχές ακόμη του 20ού αιώνα. Δεν ήταν το πρόβλημα οι πρόσφυγες, τότε, αλλά ότι κάθε ζωντανή, υγιής ρίζα κοβόταν για να αντικατασταθεί από την ενοχή, την τιμωρία, τον παρά φύση αυταρχισμό.