ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «πολιτεία» αντέχει ακόμη

Δ​​εν είναι ασυνήθιστο να βλέπει κανείς παραστάσεις σε μη θεατρικούς χώρους. Κάθε άλλο.

Δ​​εν είναι ασυνήθιστο να βλέπει κανείς παραστάσεις σε μη θεατρικούς χώρους. Κάθε άλλο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, έχουν πυκνώσει. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλες σχεδόν έχουν κοινό, 50, 100, άτομα, ανάλογα με τη χωρητικότητα του μέρους.

Την περασμένη Δευτέρα στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδη, στο Μοναστηράκι, παρουσιάστηκε «Η σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου, με τη Σοφία Σεϊρλή, σε σκηνοθεσία Ασπας Κυρίμη. Γνωστοί και φίλοι οι θεατές, ήταν σαν μια πρόσκληση σε σπίτι περισσότερο, παρά σε δημόσιο χώρο. Ισως γι’ αυτό πολύ γρήγορα αρχίσαμε να ακούμε την εξομολόγηση μιας μεγάλης σε ηλικία γυναίκας, που πήρε θέση στο μπαρ του βιβλιοπωλείου, ντυμένη συμβατικά, στα μαύρα, με ακροατή δίπλα της έναν νεαρό, σαν έναν εσωτερικό ψίθυρο.

Ο συντονισμός με την ερμηνεία της Σοφίας Σεϊρλή, μεστή και υποβλητική στον διαρκή μετεωρισμό της ανάμεσα στην αλήθεια και στην αυταπάτη, ήταν άμεσος. Δε χάθηκε λεπτό από τον –μικρής, ούτως ή άλλως, διάρκειας– μονόλογο.

«Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού… Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο… Η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.

Αφησέ με ναρθώ μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Αφησέ με ναρθώ μαζί σου». Ετσι ξεκινάει η «Σονάτα», με την εισαγωγή του ίδιου του ποιητή. Και η αφήγηση αυτής της μοναχικής γυναίκας, που ζει με σκιές, νεκρούς, αναμονές, εικόνες και βήματα, πραγματικά ή επινοημένα, υφαίνει γύρω από το κοινό ένα δίχτυ προστασίας. Ενα πυκνό στρώμα κατανόησης και συμφιλίωσης με ό,τι έχει προηγηθεί και ό,τι θα ακολουθήσει.

Καθώς ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να επανατοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο, επιλέγει ως «όχημα» μια γυναίκα που ταξιδεύει στον χρόνο, δίνοντας στο παρόν και στο σπίτι που κατοικεί ρευστότητα. Οι μεταμορφώσεις της είναι εσωτερικές, συντελούνται εκεί, μπροστά στα μάτια μας, ενώ προσπαθεί να δηλώσει την παρουσία της από φόβο μήπως μετατραπεί σε σκιά χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Μήπως γλιστρήσει αφηρημένη στην ανυπαρξία.

«Η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου», λέει. Πρέπει να βγει από το «τσακισμένο σπίτι», πρέπει να δει «λιγάκι πολιτεία». «Την πολιτεία που όλους μάς αντέχει στη ράχη της, με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας».

Δεν έχει και πολύ άδικο ο ποιητής, σκέφτηκα, διασχίζοντας την Αθηνάς, προς το σταθμό του μετρό. Η «πολιτεία» της ιδεολογικής φόρτισης και των κοινωνικών προεκτάσεων που επικαλείται ο Γιάννης Ρίτσος δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο, φυσικά. Εξακολουθεί να αντέχει, όμως, μικρότητες, κακίες, έχτρες, άγνοια…

Γέμισε τόσο δε, αυτά τα τελευταία χρόνια, που απέκτησε πολλές ρωγμές. Εντάθηκε ένα αίσθημα ασυνέχειας, υψώθηκαν τείχη ασυνεννοησίας. Σα να μιλούσαμε άλλες γλώσσες, που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους.

Τα κενά και τα ρήγματα καλύπτονταν από καταστροφές, ασυνήθιστες εντάσεις, αφρισμένα στόματα, επιθυμία για διάλυση και χάος. Μέτωπα σε εμπόλεμη κατάσταση. Οι δρόμοι αβίωτοι. Απέχθεια και απόρριψη παντού. Κάποιοι θύλακοι μόνο αντιστέκονταν, προσπαθούσαν να κρατήσουν ισορροπία, χαμηλούς τόνους, να κατανοήσουν χωρίς να κατηγορήσουν. Ηταν όμως λίγοι και οι άλλοι πολλοί, πάρα πολλοί.

Ακούγοντας τη «Σονάτα του σεληνόφωτος», στο κέντρο της πόλης, οι στίχοι απέκτησαν άλλο όγκο και άλλη ηλικία. Βοήθησε σ’ αυτό ο τρόπος που παραστάθηκε και ερμηνεύτηκε ο μονόλογος· άφησε τις σκέψεις να συναντηθούν με τους σημερινούς καιρούς. Να πλησιάσουν το αδιανόητο, να προτείνουν μια διαδρομή για να ακούσουμε τα «μεγάλα βήματα της πολιτείας». «Μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα».