ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ραγιαδισμός της κυβέρνησης

Α​​μφιβάλλω αν έχουμε αντιληφθεί τη σημασία της ερώτησης που διατυπώνουμε τούτες τις μέρες όλοι μας. «Τι θα συνέβαινε αν το τρίτο μνημόνιο ψηφιζόταν από μια κυβέρνηση της Δεξιάς ή –έστω– της Κεντροαριστεράς;». Νομίζω πως κατά πρώτο λόγο η ερώτηση υποδηλώνει την απόρριψη ενός τέτοιου ενδεχομένου. Καμιά άλλη κυβέρνηση, εκτός της σημερινής, δεν θα τολμούσε να αποφασίσει και –κυρίως– να επιχειρήσει την εφαρμογή των μέτρων του τρίτου μνημονίου. Θα έβγαιναν όλοι στους δρόμους, θα καιγόταν η χώρα. Μια τέτοια παραδοχή μπορεί να σημαίνει πολλά. Πρώτον, παραμερίζει τις ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης, για την –επί των ημερών της– κορύφωση της κρίσης, εμφανίζοντας το τρίτο μνημόνιο περίπου ως αναγκαίο ή αναπόφευκτο. Δεύτερον, προσδίδει (έμμεσα, αλλά σαφώς) μια υπεροχή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έναντι των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με γνώμονα τη λαϊκή ανοχή, αν όχι την ανικανότητα αποτελεσματικής αντίδρασης με την υποκίνηση παλλαϊκού ξεσηκωμού. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν και οι δανειστές μας δεν κάνουν τις ίδιες σκέψεις, προτιμώντας να επιβάλλουν τους όρους τους και να γίνονται αυτοί αποδεκτοί από τη σημερινή κυβέρνηση και όχι από οποιαδήποτε άλλη.

Ταυτόχρονα, εκ μέρους των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχουμε το συλλογικό εγχείρημα αποποιήσεως της ευθύνης υπογραφής του τρίτου μνημονίου. Ο κ. Καμμένος καταγγέλλει και ο πρόεδρος της Βουλής υπονοεί πως η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά είναι αντισυνταγματική. Ολοι στην κυβέρνηση διατείνονται πως ο «κόφτης» ψηφίσθηκε εκ του περισσού ή για το θεαθήναι και ότι δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί. Οι υπουργοί διεκτραγωδούν τα μέτρα «που επιβλήθηκαν» (!) στον τομέα της ευθύνης τους και εκφράζουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα εφαρμογής τους. Ομως όλα τούτα όχι μόνον εδραιώνουν τη δυσπιστία με την οποία μας αντιμετωπίζουν οι δανειστές, αλλά, συγχρόνως, ενισχύουν το ενδεχόμενο οι ίδιοι να επιζητούν την πλήρη ιδεολογικοπολιτική υποταγή της κυβέρνησης της «πρώτης φορά Αριστερά». Αλλωστε, όσο «μακροημερεύει» η σημερινή κυβέρνηση, αντίστοιχα διευρύνεται και η πεποίθηση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, πως η κυβερνώντες προτάσσουν την κατοχή και τη νομή της εξουσίας έναντι κάθε ιδεολογικού και πολιτικού τιμήματος. (Αίφνης, ο αμύντορας του ελληνοχριστιανισμού κ. Καμμένος ξιφουλκεί για τον ΦΠΑ των νησιών και υπέρ της διατήρησης του μισθολογίου των στρατιωτικών –και τα δύο ψηφοσυλλεκτικά– ενώ σιωπά για την πρόταση κατάργησης της προσευχής και των παρελάσεων στον χώρο της παιδείας.) Με άλλους λόγους, η στάση της κυβέρνησης εκπέμπει το μήνυμα πως θα καθίσταται ολοένα και ενδοτικότερη στις πιέσεις των δανειστών και στην επιβολή όρων.

Κάπως έτσι η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αννα Βαγενά παραλλήλισε τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας με τα 99 ισχύος του μνημονιακού υπερταμείου. («Αφού αντέξαμε τους Τούρκους, δεν μας τρομάζει η 100ετία του ταμείου».) Προφανώς, η κ. Βαγενά… μετακυλίει τον κομματικό της ραγιαδισμό σε μια εθνική ταπείνωση. Κάπως έτσι και ο νεοαναδειχθείς βουλευτής Γ. Κυρίτσης θεωρεί πως οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ φθάνουν το 60% του «Οχι» στο δημοψήφισμα και στρέφονται εναντίον του 40% των «μενουμευρωπαίων» του «Ναι». Και ότι σ’ αυτήν τη… μειοψηφία ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει «να μετακυλίσει» όλες οι θυσίες και τα βάρη των μνημονίων. Ειλικρινά δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Περαστικά τους ή περαστικά μας. Μάλλον και τα δύο…