ΑΠΟΨΕΙΣ

Πεισματικές απλουστεύσεις

Γ​​​​ι’ αυτό ακριβώς ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο ο ΣΥΡΙΖΑ, για να μετακυλήσει όσο μπορεί τα βάρη στους μενουμευρωπαίους, και αυτό ακριβώς κάνει» ήταν η κατακλείδα σε άρθρο του Γιώργου Κυρίτση, που προκάλεσε και προκαλεί ακόμη τόσες αντιδράσεις.

Το πιο σοβαρό ίσως πρόβλημα της τοποθέτησης Κυρίτση είναι η υποτίμηση του ρόλου της εκάστοτε κυβέρνησης, δηλαδή να λειτουργεί για λογαριασμό του συνόλου της κοινωνίας και όχι μόνο των ψηφοφόρων της. Κάτι, άλλωστε, μη εφικτό υπό τις παρούσες συνθήκες. Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος παραδέχθηκε ότι τα μέτρα «θα δυσκολέψουν τον κόσμο», που σημαίνει τόσο τους φτωχούς, που τους ταυτίζει με εκείνους που ψήφισαν «Οχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, όσο και τους εύπορους, που τους θεωρεί ένα με όσους «έμειναν Ευρώπη». Ούτε καταγράφονται υψηλές επιδόσεις στην πάταξη της μεγαλοφοροδιαφυγής – μόλις 4 εκατ. ευρώ τα έσοδα του 2015 από προϊόντα εγκληματικών ενεργειών κατά του ελληνικού Δημοσίου. Ούτε της φοροδιαφυγής (δεν είναι εύκολο, άλλωστε, με την παρούσα δομή οικονομίας και απασχόλησης). Διότι δεν φοροδιαφεύγουν μόνον οι ευκατάστατοι μενουμευρωπαίοι αλλά και οι αντιμνημονιακοί μικροί και μικρομεσαίοι…

Το ζήτημα είναι η ιδέα που έχει κάποιος διά το κυβερνάν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απουσιάζει η συναίνεση για τη σημασία της λέξης, ενώ ασαφής παραμένει και ο τρόπος με τον οποίον μπορεί να εφαρμοστεί.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η χρηστή διακυβέρνηση οφείλει να είναι «συμμετοχική, διαφανής, αποτελεσματική, υπόλογη, δίκαιη και ανοιχτή σε όλους, προσανατολισμένη στην επίτευξη συναίνεσης». Δύσκολα στοιχήματα.

Ιδιαίτερα η συναίνεση, σε μια χώρα όπου οι πολιτικές της δυνάμεις ασκούνται και εξαντλούνται στη φλογισμένη αλληλοσφαγή. Τέχνη βαριά το κυβερνάν, ιδιαίτερα για μια χώρα σε οδυνηρό μονόδρομο, έναν κόσμο πληγωμένο από εκρήξεις μισαλλοδοξίας, πολυετή σφαγεία, φωτιά που μόνο καταβροχθίζει (δεν γεννά), προσφυγιά, χαοτικές ανισότητες, θρίαμβο του ανορθολογισμού, περιβαλλοντική κατρακύλα. Κυβερνώ σημαίνει προνοώ, λύνω προβλήματα (μολονότι κάθε επιλογή μπορεί να συνεπάγεται μια απώλεια). Ομως εμείς επιμένουμε στις ανακολουθίες, στα ψεύδη, στον διχασμό. Σε όλα εκείνα που μας αποτρέπουν από να κατανοήσουμε το βαθύ «γιατί» των εμφύλιων αλληλοσκοτωμών, την ορμητική ανάγκη να αποκαθαρθούμε αλληλοσπαρασσόμενοι, να αυτοτιμωρηθούμε επιδιδόμενοι σε αφορισμούς και εριστική αυτοάμυνα.

Εκλαμβάνουμε το κοινωνικό πρόβλημα ως «διαφορά» μεταξύ ομάδων –π.χ. εκείνων που ψήφισαν «Οχι» και εκείνων που ψήφισαν «Ναι» στο δημοψήφισμα– και αντιλαμβανόμαστε, κατά τα ειωθότα, τις θέσεις μας ως αντίπαλα στρατόπεδα και όχι ως μέρη του κοινού προβλήματος. Ετσι πεθαίνουν οι αλήθειες και εκπνέουν οι ενθουσιασμοί.

Η πολιτική είναι ένας στίβος σύγκρουσης μεταξύ πολλών αξιών, πεισματικών απλουστεύσεων, πρακτικών που δικαιολογούν ή επιδεινώνουν τον ανθρώπινο πόνο, απόψεων που υποστηρίζουν ότι ο πολιτικός λόγος δεν ρυθμίζει τίποτα και άλλων που τον θέλουν να φωτίζει και να ρυθμίζει πολλά.

Κλήρος των ανθρώπων, πάντως, είναι μάλλον να υφίστανται τις συνέπειες των κυβερνητικών πράξεων παρά να προφυλάσσονται από αυτές. Πολιτικές πράξεις. Στο ελληνικό «θερμοκήπιο», συμβάντα χωρίς συνέχεια μέσα σε μια αφόρητη μονοτονία αποριών.