ΑΠΟΨΕΙΣ

Σεξιστής, ρατσιστής, ομοφοβικός

Σ​​τη δικτατορία εχθρός της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης ήταν η λογοκρισία. Ακόμη και στις δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο η ελευθερία της έκφρασης είχε να αντιμετωπίσει τον πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό συντηρητισμό. Δεν είχε απαραιτήτως να κάνει με την ένταξη στην παράταξη της Αριστεράς. Παράδειγμα, η απόπειρα ορισμένων κύκλων της Εκκλησίας της Ελλάδος να αφορίσουν τον Καζαντζάκη εξαιτίας του έργου του «Τελευταίος Πειρασμός» που το τίμησε η Καθολική Εκκλησία με την καταχώρισή του στο Index των απαγορευμένων βιβλίων. Ο αφορισμός απεφεύχθη χάρη στον Πατριάρχη Αθηναγόρα ύστερα από παρότρυνση της βασίλισσας Φρειδερίκης. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν αριστερός.

Αριστεροί δεν ήσαν ούτε ο Κάρολος Κουν ούτε ο Γιάννης Τσαρούχης ούτε ο Μάνος Χατζιδάκις. Παρ’ όλ’ αυτά η παράσταση της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Ορνιθες» απαγορεύθηκε από τον τότε υπουργό Προεδρίας Κωνσταντίνο Τσάτσο, έναν πνευματικό άνθρωπο σημαντικό που κανονικά θα έπρεπε να υπερασπιστεί την ελευθερία της έκφρασης. Αιτία, αν δεν κάνω λάθος, ήταν η μίμηση ενός ιερέα που έψελνε κάτι του Αριστοφάνη. Η παράσταση παρουσιάσθηκε αργότερα και αντιμετωπίσθηκε ως σταθμός για το θέατρό μας και όχι μόνον.

Μετά τη δικτατορία η κατάσταση αντεστράφη. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είχε πλέον να αντιμετωπίσει καμία επίσημη λογοκρισία – εκτός, αν δεν κάνω πάλι λάθος, από τους περιορισμούς της νομοθεσίας περί προσβολής των ηθών. Οι μεταφράσεις των έργων του σκοτεινού μαρκησίου Ντε Σαντ οδηγήθηκαν δις στο εδώλιο, παρ’ όλ’ αυτά όμως συνέχισαν να πωλούνται στα βιβλιοπωλεία χωρίς περιορισμούς.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης έκανε την εμφάνισή της ενός άλλου τύπου λογοκρισία. Αυτή δεν είχε να κάνει με κρατικούς θεσμούς. Είχε να κάνει με τον κομφορμισμό της αριστερής ηγεμονίας. Βασιζόταν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και στη γενική διάθεση της κοινής γνώμης, κυρίως δε του αναγνωστικού κοινού, το οποίο δεν ανεχόταν παρεκτροπές από την ομαδοποίηση της σκέψης και της έκφρασης. Αν χαρακτηριζόσουν «αντικομμουνιστής», μπορεί να μην κινδύνευες να πας σε γκουλάγκ, είναι σίγουρο όμως ότι έχανες αναγνώστες, θεατές ή ακροατές. Θυμάμαι ακόμη και σήμερα την περίπτωση ενός ποιητή, μακαρίτη πια, που στις εκλογές του ’81 ήταν υποψήφιος με την Ε.Κ. του Γ. Μαύρου και είχε υπογράψει διακήρυξη διανοουμένων για ψήφο στο ΚΚΕ.

Οι πλατείες ήταν γεμάτες από άσματα του προοδευτικού λυρισμού ο οποίος ξεχείλιζε και από τις σελίδες των μυθιστορημάτων του συρμού. Με ελάχιστες εξαιρέσεις ο «προσωπικός λόγος», αυτός που μιλούσε στο όνομα της ατομικής ευθύνης, άρα ήταν και αιρετικός, καταδικαζόταν στην αδιαφορία. Η δημιουργία πνιγόταν μες sτα μεταφρασμένα εγχειρίδια κοινωνιολογίας. Για να σε κρίνουν, κάπου έπρεπε να σε εντάξουν. Οταν βγάλαμε «Το Τέταρτο» με τον Χατζιδάκι, ο Βέλτσος, σε ένα από τα ελάχιστα υποτυπωδώς κατανοητά κείμενα της ζωής του, έγραψε ότι «με έναν χρυσό στυλογράφο Πάρκερ» προσπαθούσαμε να αλώσουμε τον πνευματικό κόσμο για χάρη των πολυεθνικών. Δυστυχώς οι πολυεθνικές αγρόν ηγόρασαν.

Πόσο έχει επηρεάσει τη σημερινή αγλωσσία του δημόσιου βίου το παρατεταμένο, και ανομολόγητο, καθεστώς της λογοκρισίας του προοδευτικού κομφορμισμού; Αρκεί μια περιήγηση στο Διαδίκτυο για να διαπιστωθεί η συλλογική λοβοτομή στο όνομα του «πολιτικώς ορθού». Ας τολμήσεις να χαρακτηρίσεις γυναίκα «καλλίπυγο» ή να πεις ότι τα δύο φύλα έχουν ίσα δικαιώματα αλλά δεν είναι ίδια, αμέσως χαρακτηρίζεσαι σεξιστής. Ας τολμήσεις να πεις ότι ανάμεσα στους πρόσφυγες κυκλοφορούν μετανάστες ή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά όλοι οι πολιτισμοί δεν είναι ισότιμοι, αυτομάτως γίνεσαι ρατσιστής. Ας τολμήσεις να πεις ότι δεν συμφωνείς με τον γάμο των ομοφυλοφίλων –όπως και πολλοί ομοφυλόφιλοι που ξέρω– ή διαφωνείς με την υιοθεσία παιδιών, αμέσως γίνεσαι ομοφοβικός. Οπως για το βλαμμένο που κρατάει μια μολότοφ στο χέρι, όποιος φοράει στολή είναι «γουρούνι» και «δολοφόνος».

Ο αυτοματισμός της σκέψης, στον οποίον στηρίζεται κάθε ολοκληρωτισμός, οδήγησε στην αποψίλωση της γλώσσας; Ή μήπως η συστηματική καταστροφή της γλώσσας, οργανωμένη από τη Μέση Εκπαίδευση, επέβαλε την απολυταρχία τής μη σκέψης; Οταν μιλάω για καταστροφή της γλώσσας δεν εννοώ τη σωστή γραμματική και το συντακτικό του γλωσσαμυντορικού φορμαλισμού. Εννοώ την αδυναμία της γλώσσας να παράγει σκέψη, κοινώς ακρίβεια σημασίας. Πόσα χρωστάει η αναξιοπιστία του δημόσιου βίου μας, απ’ την πολιτική ώς τα ΜΜΕ και τις καθημερινές συναλλαγές, στην ατιμία των λέξεων που χρησιμοποιούμε. Λέξεις χωρίς τιμή διότι έχουν χάσει τη σημασία τους.

Δεν είναι εντυπωσιακό ότι έξι χρόνια μετά την ομολογία της πτώχευσης δεν έχουμε ακόμη καταλάβει τι είναι αυτό που μας συμβαίνει; Κι αντί να προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε καταφεύγουμε στους οικονομολόγους οι οποίοι πετούν αριθμούς όπως οι αστρολόγοι τους πλανήτες; Δεν έχουμε τις λέξεις, γιατί τις ευτελίσαμε. Και χωρίς λέξεις δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε τις έννοιες της αυτογνωσίας. Ο ένας είναι «φιλελεύθερος», ο άλλος «κρατιστής», κι οι δύο μαζί παπαγαλίζουν την ταυτότητά τους. Αλήθεια, μπορείτε να μου ορίσετε τη σημασία των λέξεων «Κεντροδεξιά» και «Κεντροαριστερά» στο σημερινό περιβάλλον;

Κι όταν λέμε ότι η κρίση είναι πολιτισμική, χρειαζόμαστε μια γλώσσα για να την κατανοήσουμε και σε πέντε έξι γενιές να την ξεπεράσουμε.