ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι καλές εξωχώριες και οι κακές

31s2kas

Ο καθένας δικαιούται να μεταφέρει τα χρήματά του εκεί όπου φορολογούνται χαμηλότερα, εφόσον τα έχει νομίμως αποκτήσει και μεταφέρει στο εξωτερικό. Με τους πολιτικούς, όμως, είναι διαφορετικά και ιδίως όταν ασκούν εξουσία, επειδή –υποτίθεται– ότι την ασκούν στο όνομα του κοινού συμφέροντος. Υπό αυτές τις συνθήκες, αν κάποιος κυβερνητικός συλλαμβάνεται να δίνει προτεραιότητα στα ίδια συμφέροντά του, η πράξη του κατά κανόνα ερμηνεύεται από τους πολλούς ως αμφισβήτηση της υπηρεσίας του στο κοινό συμφέρον. Δεν είναι θέμα νομιμότητας για τους πολλούς, είναι θέμα ηθικής. Σωστό ή λάθος, δίκαιο ή άδικο, έτσι ήταν πάντα, σε κάθε στιγμή της Ιστορίας που υπήρξε δημοκρατία ή κάτι που έμοιαζε με δημοκρατία.

Στην Ελλάδα, για ιδιαίτερους πολιτισμικούς λόγους (με επτά λέξεις: επειδή όλοι πιστεύουν ότι οι πάντες κλέβουν…), ίσχυε η απαγόρευση στους πολιτικούς να έχουν εξωχώρια εταιρεία. Με το πολυνομοσχέδιο των 7.500 σελίδων, η κυβέρνηση Συριζανέλ άλλαξε κρυφίως (ουδείς το πήρε χαμπάρι) το ισχύον καθεστώς και επιτρέπει πλέον στους πολιτικούς να έχουν εξωχώριες, εφόσον αυτές βρίσκονται σε 26 συγκεκριμένες χώρες με τις οποίες υπάρχει φορολογική συνεργασία. Εφεξής, λοιπόν, έχουμε τις καλές εξωχώριες και τις κακές εξωχώριες ή, αν το δούμε από άλλη πλευρά, έχουμε καλούς πολιτικούς με εξωχώριες και κακούς πολιτικούς με εξωχώριες. Γιατί μας κάνει εντύπωση; Είναι το ίδιο όπως με τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους, που η κυβέρνηση τους χωρίζει σε καλούς και κακούς.

Αλλά τι περιμέναμε για να μένουμε τώρα κατάπληκτοι; Οταν ξεκινάς, ως αντιπολίτευση έστω, από το σημείο ότι υπάρχει καλή βία και κακή βία, δηλαδή άδικη βία που την υφίστανται οι καλοί και η άλλη βία, που δυσκολευόμαστε να τη χαρακτηρίσουμε γιατί την υφίστανται οι κακοί και τους αξίζει, έχεις ήδη διανύσει ολόκληρη τη διαδρομή. Ολα τα άλλα που τώρα σοκάρουν ορισμένους, όπως οι καλές και κακές εξωχώριες εταιρείες, μέσα σου τα έχεις ήδη τακτοποιήσει, γιατί είναι υποδεέστερα κατά την τάξη. Με τον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε φάει κοτζάμ γάιδαρο χωρίς να το καταλάβουμε. Ξαφνικά ανακαλύπτουμε την ουρά του και αναρωτιόμαστε τι ήταν αυτό που τρώγαμε τόση ώρα;

Ολοι τα ίδια;

Ολη η φασαρία με τα προαπαιτούμενα θυμίζει μέρες του 2011-2012. Συμφωνούν με τους εταίρους υπό την πίεση της διαδικασίας, έπειτα όταν γυρίσουν παριστάνουν ότι δεν κατάλαβαν και τα κάνουν αλλιώς ή ελπίζουν (οι αδαείς) ότι αυτές τις κουτοπονηριές οι άλλοι δεν τις έχουν ξαναδεί από Ελληνες. Γυρίζουμε πίσω, δηλαδή, στην περίοδο όταν το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου μόλις ξεκινούσε τον ανήφορο των μνημονίων και νόμιζαν ότι μπορούσαν να εξαπατούν τους έξω το ίδιο εύκολα με τους μέσα.

Η γνώμη μου για εμάς τους Ελληνες είναι, όπως ενδεχομένως έχετε καταλάβει, η αρίστη. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εκείνοι οι Ελληνες στους οποίους αρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποχρεωθούν κάποια στιγμή να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι αυτοί που σήμερα κυβερνούν κάνουν και λένε τα ίδια ακριβώς με τους άλλους. Το ερώτημα, επομένως, που πρέπει να απασχολεί τους ασχολούμενους με την επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης (όταν δεν τους απασχολούν σημαντικότερα, όπως αν το χασισέλαιο θεραπεύει τον καρκίνο…) είναι πώς θα αποφύγει ο ΣΥΡΙΖΑ να πέσει στην παγίδα τού «όλοι ίδιοι είναι».

Υπάρχει η σαχλαμαρίστικη απάντηση που δίνει ο Κατρούγκαλος: αν περνούσαν τα μέτρα αυτά, οι άλλοι θα το φχαριστιόντουσαν (sic), ενώ οι ίδιοι δεν το φχαριστιούνται. Δεν είπε αν πονάει κιόλας, αλλά το υπενόησε και, γι’ αυτό, από λεπτότητα, ο δημοσιογράφος μάλλον ντράπηκε να τον ρωτήσει ευθέως: «Πονάτε, κ. Κατρούγκαλε;» (Τον καταλαβαίνω. Φαντασθείτε να ξεσπούσε σε λυγμούς εκείνη τη στιγμή, on air στο ραδιόφωνο, ο Κατρούγκαλος! Να προσπαθούσε, μέσα από αναφιλητά και γρυλλίσματα, να πει τον πόνο του, πόσο δύσκολη θα ήταν η θέση του, ε;)

Η σωστή απάντηση –από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, φυσικά– είναι αυτή που δίνει ο Γ. Κυρίτσης με το πολυσυζητημένο άρθρο του στην κομματική εφημερίδα, αλλά και όσοι άλλοι διαφημίζουν το «ταξικό πρόσημο» της πολιτικής τους. Εξ ου και η άνεση του Κυρίτση στις συνεντεύξεις που έδωσε για να εξηγήσει. Οσοι τον είδαν κατάλαβαν ότι αυτή δεν ήταν η εικόνα κάποιου που δικαιολογούσε μια γκάφα – π.χ., αν τα έκανε πάνω του μέσα στη Βουλή, όπως έχει παραδεχθεί ότι αισθάνεται ορισμένες φορές ο καλός βουλευτής. Αλλωστε μιλούμε για γραπτό κείμενο.

Οι κυβερνώντες θέλουν όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να μείνουν στην εξουσία, αλλά καταλαβαίνουν πόσο δύσκολο είναι. Η διχαστική πολιτική είναι η μόνη άμυνά τους και είναι διπλή: και για τη διαφοροποίησή τους από τα αστικά κόμματα και για το μέλλον τους (το απώτερο) στην αντιπολίτευση…

Love for ever?

Ο Πούτιν τηλεφώνησε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ευχαρίστησε για τη φιλοξενία. «Εντάξει τώρα, είναι το πρωτόκολλο», θα πείτε. Ναι, αλλά –ποιος ξέρει;– θέλω να ελπίζω ότι μπορεί τέλος πάντων να μην είναι τόσο κακός άνθρωπος όσο λένε. Με αυτή, λοιπόν, την ελπίδα κάποιας φλόγας καλοσύνης μέσα στην πέτρινη καρδιά του, αναρωτιέμαι αν πέρασε από το μυαλό του Πούτιν, κάποια στιγμή ανάμεσα στις τόσες περιποιήσεις, πού να ήταν εκείνο το καλό παιδί, ο αξύριστος με το ανοιχτό πουκάμισο, ο όχι ιδιαιτέρως έξυπνος, που του έκανε τις υποκλίσεις των 90 μοιρών πέρυσι στη Μόσχα. Να θυμήθηκε άραγε τη μορφή του Παναγιώτη, που ήταν υπουργός τότε, ή την έχει ξεχάσει; Να θυμήθηκε πώς έλαμπαν τα μάτια του όταν τον κοίταζε; Το όνομα έστω αυτού του παιδιού το θυμήθηκε;