ΑΠΟΨΕΙΣ

Στις δύο πλευρές της Millennium Bridge

Τ​​ο Λονδίνο, τις μέρες που προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος της Πέμπτης 23 Ιουνίου, ζούσε σε πολλές συχνότητες. Προφανώς το Brexit θα ήταν η κυρίαρχη μαζί με τη δολοφονία της βουλευτού του Εργατικού Κόμματος Τζο Κοξ, τουλάχιστον αυτό έβλεπα και διάβαζα πριν την επισκεφθώ για λίγα 24ωρα.

Δεν ήταν μόνο στην επέκταση κτιρίου της Tate Modern, που άνοιξε για το κοινό την Παρασκευή 18 του μηνός, που το Brexit δεν φαινόταν να έχει καμία θέση, αλλά και σε άλλα μουσεία και εκθεσιακούς χώρους, ακόμη και στην πλευρά του Χάιντ Παρκ που είναι η Serpentine Gallery και η φετινή, εντυπωσιακή, κατασκευή του περιπτέρου από ειδικό πλαστικό, που σχημάτιζε μια «πειραγμένη» κυματιστή πυραμίδα, μέρος του τοπίου. Σε μέρη δηλαδή που υπήρχε συνάθροιση κόσμου, κοινού, Βρετανών και τουριστών, δεν πρόσεξα καμία αλλαγή ούτε στις συζητήσεις ούτε στην προσέγγιση. Χαλαρή διάθεση, πολλά χαμόγελα, άνθρωποι που έμοιαζαν ευχαριστημένοι, συμμέτοχοι σε ένα ταξίδι τέχνης, πολιτισμού και περιπλάνησης.

Μόνον οι οδηγοί ταξί ήθελαν να ανοίξουν κουβέντα και να ρωτήσουν τη γνώμη των πελατών τους. Φανατικά υπέρ του «remain», θεωρούσαν ότι η άγνοια και η ξενοφοβία, κυρίως, ευθύνονταν για τα υψηλά ποσοστά υπέρ του Brexit. Οπουδήποτε αλλού κινήθηκα σε αυτήν τη μεγαλούπολη, τίποτα δεν πρόδιδε ότι η Βρετανία ετοιμαζόταν να πάρει μια σημαντική απόφαση για το μέλλον της. Από το τετραήμερο της παραμονής μου (18 – 21 του μηνός), αν χρειαζόταν να μεταφέρω κάποια εικόνα της πόλης σε πολιτικό αναβρασμό, θα είχα αποτύχει πλήρως.

Ανέβηκα με τα πόδια τους δέκα ορόφους της νέας Τέιτ, για να ανταμειφθώ στο τέλος με θέα 360 μοιρών στην πόλη, που κόβει την ανάσα, είδα εκθέσεις φωτογραφίας σε αναζήτηση του «παράξενου και οικείου» προσώπου της Βρετανίας, όπως το αποτύπωσαν κορυφαίοι, διεθνείς, φωτογράφοι από το 1930 έως τις μέρες μας, μπήκα σε θέατρα, στο μετρό, σε λεωφορεία, σε παμπ… Τίποτα. Ο κόσμος έμοιαζε απορροφημένος είτε από τη στιγμή είτε από την, αδιατάρακτη, καθημερινότητά του.

Πόσο ακριβείς είναι οι γενικεύσεις, αναρωτήθηκα, προσπαθώντας να καταλάβω μήπως ήταν, απλώς, καλά «κρυμμένη» η κινητοποίηση για τις δύο τάσεις του δημοψηφίσματος. Μήπως η μεταφορά εντυπώσεων που απομένει στο τέλος της ημέρας ως το κυρίαρχο και καθ’ ολοκληρίαν γεγονός δεν είναι παρά το επιμέρους. Μήπως, δηλαδή, δεν πρόκειται παρά για έναν κατακερματισμό της πραγματικότητας, για υποσύνολα ανθρώπων που ελάχιστα, έως καθόλου, επικοινωνούν μεταξύ τους.

Μπορεί η νέα Τέιτ, για παράδειγμα, να επιδρά στη φυσιογνωμία της πόλης, να μετατοπίζει και τη χρήση των μουσείων, να ανοίγει μια συζήτηση, εκ νέου, για τη σχέση του εκθέματος με το κοινό, όμως λίγα χιλιόμετρα ή ίσως και μέτρα πιο εκεί, αν διασχίσει κανείς τη Millennium Bridge και βρεθεί στην πλευρά του Καθεδρικού του Αγίου Παύλου, ένας άλλος κόσμος δεν θα έχει ιδέα για το τι γεννιέται ή γίνεται ακριβώς απέναντί του.

Η απόκλιση αυτή είναι υποχρεωτικά απώλεια; Τo γεγονός ότι ο καθένας ζει στον κόσμο του –το Facebook επιτείνει τον κατακερματισμό–, επιλέγει τις πληροφορίες και τις «διαδρομές» του και μένει με την αίσθηση ότι «γίνεται χαμός στη γειτονιά του» είναι φαντασίωση ή πραγματικότητα; Πώς μετριέται το μέγεθος, πώς αντιλαμβάνεται κανείς αν η έκταση του θέματος αφορά τη μικρή ή τη μεγάλη κλίμακα; Πόσο οι παράλληλοι κόσμοι επικοινωνούν ή έχουν την πρόθεση να επικοινωνήσουν μεταξύ τους;

Μήπως σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο, με τις πολλές πραγματικότητες, θα πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί στον τρόπο που διατυπώνουμε τα απόλυτα μεγέθη της αποτυχίας ή της επιτυχίας, του ενδιαφέροντος ή της αδιαφορίας, της μεγάλης ή της μηδενικής επιρροής; Γιατί ο κόσμος αλλάζει και στις δύο πλευρές της Millennium Bridge, εν γνώσει ή εν αγνοία του.