ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναλογική «Αποκάλυψη», «λαολειχία» και ακυβερνησία

Μια πολιτική που βασίζεται στον καιροσκοπικό βολονταρισμό και τον απύθμενο λαϊκισμό (δηλαδή τον μανιχαϊσμό συνδυαζόμενο με αντιελιτισμό, συνωμοσιολογία και κολακεία του «άσφαλτου» λαού, άλλως «λαολειχία») σπανίως βλάπτει μόνον την οικονομία μιας χώρας. Ή μόνο τη διεθνή της θέση. Συνήθως υπονομεύει διαβρωτικά και το θεσμικό υπόστρωμα της δημόσιας ζωής, θέτοντας βάσεις μακροπρόθεσμης και μη αναστρέψιμης παρακμής.

Κραυγαλέο παράδειγμα, η πρωθυπουργική πρωτοβουλία για «κατάργηση του bonus των 50 εδρών» και θεσμοθέτηση της «απλής και άδολης» αναλογικής, ενδεχομένως μάλιστα με συνταγματική κατοχύρωση. Πρόκειται για πρόταση/δήλωση προθέσεων πραγματολογικά εσφαλμένη, βαθιά ανιστόρητη και πολύ επικινδυνότερη κάθε άλλης «ανορθωτικής» πολιτικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης.

Πραγματολογικά εσφαλμένη, πρώτον, διότι –αντίθετα προς την κρατούσα άποψη– ουδέποτε υπήρξε bonus 50 εδρών! Αν το πρώτο κόμμα πάρει, π.χ, 40%, θα λάβει το 40% των 250 εδρών –ήτοι 100 εφόσον όλα τα άλλα υπερβούν το 3%– καθώς και το σύνολο των 50 πλειοψηφικών εδρών. Δηλαδή αθροιστικά 150. Στην ολοσχερή αναλογική –αφού θα έπαιρνε την αναλογία του και επί των 300 εδρών–, θα βρισκόταν με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση 120 βουλευτών. Επομένως, στο παράδειγμα αυτό, η υπερεκπροσώπηση/bonus με το ισχύον σύστημα είναι 30 –και όχι 50– έδρες. (Αλλο θέμα πως η υπερεκπροσώπησή του θα έπρεπε, ενδεχομένως, να συσχετισθεί με το ποσοστό του, διότι, ως έχουν τα πράγματα, με όσο μικρότερο ποσοστό πρωτεύει ένα κόμμα τόσο μεγαλύτερη αναλογικά είναι η ενίσχυσή του!)

Βαθιά ανιστόρητη, δεύτερον, όπως αποκαλύπτεται από τη νεότερη ιστορία του τόπου μας (την οποία ο πρωθυπουργός που κραυγάζει «πρώτη φορά Αριστερά, πρώτη φορά αναλογική» φαίνεται να κατέχει όσο την ελληνική γλώσσα και γεωγραφία): από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950, πράγματι, όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις –πλην αυτών του 1928 και του 1933– διεξήχθησαν με σύστημα ολοσχερούς αναλογικής. Η κυβέρνηση που ανεδείχθη από τις εκλογές του 1926 επιβίωσε λιγότερο από ενάμιση χρόνο (παρά τη συνεκτικότητα που διασφάλιζε μεταξύ των εταίρων της τόσο η ανάγκη διαχείρισης της μικρασιατικής καταστροφής όσο και ο κοινός τους φόβος για ενδεχόμενη επιστροφή του Ελευθέριου Βενιζέλου). Κάθε μήνα βίωνε μια οξύτατη ενδοκυβερνητική κρίση, κάθε λίγο, δε, κλυδωνιζόταν από την αποχώρηση κάποιου εκ των συγκυβερνώντων κομμάτων. Τέλος, μάλιστα, οδήγησε σε αναζήτηση «σωτήρα». Ακόμη χειρότερα, η Βουλή που ανεδείχθη από τις εκλογές του 1932 έζησε ελάχιστους μήνες. Ας μην αναφέρουμε τι έγινε μετά τις εκλογές του 1935 και ’36, ενώ μετά τις εκλογές του 1946 –και με τον εμφύλιο να μαίνεται– συγκροτήθηκε βιώσιμη κυβέρνηση, με μεγάλη καθυστέρηση, μόνο χάρη στην παρέμβαση του ξένου παράγοντα. Μετεμφυλιακά, οι εκλογές του 1950 έδωσαν Βουλή που μόλις ξεπέρασε τον ένα χρόνο ζωής (στη διάρκεια του οποίου υπήρξαν αρκετές εξαιρετικά εύτρωτες κυβερνήσεις), μήνες δε, με αντίστοιχη παραγωγή ακυβερνησίας, διήρκεσε και η Βουλή του 1951.

Τρίτον, η πρωθυπουργική πρόταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, όπως αποκαλύπτεται τόσο από τη νεότερη ελληνική όσο και από την ευρωπαϊκή ιστορία: στον τόπο μας η προαναφερόμενη «ολοσχερώς αναλογική» περίοδος υπήρξε γεμάτη κινήματα, πραξικοπήματα, δικτατορίες και εμφύλιους. (Οι τελευταίοι, που σφράγισαν τη δεκαετία του 1940, εν πολλοίς ήταν συνέπεια της δικτατορίας Μεταξά, η οποία προκλήθηκε από την ακυβερνησία που δημιούργησε η αναλογική του 1936). Σε πανευρωπαϊκή, δε, κλίμακα όλες ανεξαίρετα οι δικτατορίες του 20ού αιώνα –Πάγκαλου, Μεταξά, Παπαδόπουλου, Πρίμο ντε Ριβέρα, Φράνκο, Χίτλερ, Μουσολίνι, της Κεντρικής Ευρώπης στον Μεσοπόλεμο, οι κομμουνιστικές μεταπολεμικά κ.λπ.) εγκαθιδρύθηκαν σε χώρες με προβλήματα ακυβερνησίας, σχεδόν πάντα προκληθέντα από συστήματα ολοσχερώς –ή περίπου ολοσχερώς– αναλογικά. Τέλος, οι συνέπειες της σύγχρονης ακυβερνησίας σε αρκετές «αναλογικές» χώρες αμβλύνονται μόνο λόγω της λειτουργικότητας, εκεί, της δημόσιας διοίκησης, ενώ βλέπουμε πόσο δυσκυβέρνητη είναι και η Ισπανία, μολονότι η δική της αναλογική –d’Hondt συνδυαζόμενη με ολιγοεδρικές κατά μέσο όρο περιφέρειες– πολύ απέχει από την ολοσχερή. (Το 1989 ο Φ. Γκονζάλες είχε αυτοδύναμη πλειοψηφία με 39,5%.)

Συμπέρασμα: στην οργουελιανή νέα γλώσσα της εποχής μας η «άδολη» αναλογική –όπως και τα δημοψηφίσματα, αλλά αυτό είναι διαφορετικό θέμα– εμφανίζεται ως η αποθέωση της λαϊκής κυριαρχίας. Στην πραγματικότητα είναι ο ασφαλέστερος τρόπος υπονόμευσής της.

*Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, συγγραφέας του έργου «Θεσμοί: Κρίση και ρήξη»