ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπερκατανάλωση «λύσεων»

Π​​άντα οι πολιτικοί είχαν δίπλα τους συμβούλους. Στην Ελλάδα, ακόμη από τη δεκαετία του ’50. Ομως στην κρίση είναι που πολλαπλασιάστηκαν, που βγήκαν από το σκοτάδι των κυβερνητικών δωμάτων και έγιναν εμφανές μέρος του πολιτικού παιχνιδιού. Απόδειξη, το πόσο συχνά δημοσιεύονται ονόματα και φωτογραφίες –κυρίως ξένων– συμβούλων. Για παράδειγμα, σύμβουλος του Γιάνη Βαρουφάκη δεν ήταν μόνο ο Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ, αλλά και ο Κολομβιανός Ντάνιελ Μουνεβάρ Σάστρε, ο Ιρανός Σόρος Σαμπαγιατί, ο Αμερικανοκορεάτης Γκλεν Κιμ, ο οποίος είναι και σύμβουλος και του νυν υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου (άλλοι είναι ο Βρετανός Πίτερ Λέγκλερ, ο Γερμανός Χένικ Ντιρκ…). Από την εποχή που οι πρωθυπουργοί έβαζαν εύκολα στην άκρη σχέδια εμπειρογνωμόνων έχουν αλλάξει πολλά, και τα τελευταία χρόνια, καθηγητές, επιτροπές σοφών, συμβουλευτικά ιδρύματα χρησιμοποιούνται αδιαλείπτως για την απόκτηση της αναγκαίας τεχνικής ουδετερότητας επί κάθε τρέχοντος ή διαρκούς προβλήματος: ασφαλιστικό, φορολογικό, ελληνοτουρκικές σχέσεις, υποκλοπές, εκλογικός νόμος, διοίκηση και αυτοδιοίκηση, Παιδεία, ελλείμματα, ανάπτυξη της χώρας… Και πολλοί επιφανείς ειδικοί έχουν δώσει το όνομά τους σε σχέδια – Χαρισόπουλος, Καρατζάς, Σπράος, Γεωργακόπουλος, Αναλυτής κ.ο.κ. Ομως τα μεγάλα δισεπίλυτα προβλήματα στον βυθό της κρίσης, οι αποφάσεις με βαρύ πολιτικό κόστος, ο πολιτικός πανικός οδήγησαν στην «πολυφαρμακία». Κι όταν το «φάρμακο» γίνεται ιδεοληψία, συλλέγονται μόνο παραδείγματα εξαντλητικής μελαγχολίας, όταν αναζητείται ασθματικά η σωτηρία στη χρήση αποσπασματικών ή αλλοιωμένων λύσεων, έχει σφραγιστεί το τέλος μιας εποχής.

Μπορεί η παρέμβαση των ειδικών πάνω σε φλέγοντα ζητήματα να είναι από άκρως καθοριστική (αποφάσεις-σταθμοί αποτελούν εφαρμογές δικών τους εισηγήσεων) έως μηδενική (πολλές φορές οι πολιτικοί αποστασιοποιήθηκαν από τις «ανεφάρμοστες» καθηγητικές προτάσεις, που λησμονήθηκαν σε βάθη συρταριών), αλλά στον πολίτη μένει η εντύπωση ότι αποτελούν το «άλλοθι» των κυβερνώντων, που τους επιστρατεύουν για να δείξουν ότι συμβουλεύονται ειδήμονες πριν πάρουν αποφάσεις, ή για να διατυπώσουν «λύσεις» που η κοινωνία δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί. Οι πολιτικοί μοιάζουν να λένε, «δεν το εισηγούμαι εγώ, οι ειδικοί το θεωρούν απαραίτητο». Ποντάροντας στο πώς τους βλέπει η κοινωνία: τέλειες μηχανές του νου, έτοιμες να προσφέρουν μαγικές λύσεις, αλλά που τα προϊόντα της σοφίας τους εξαπολύουν μαζί με τη «λύση» και πλήθος δυσοίωνους όρους, π.χ. «νέο ψαλίδισμα συντάξεων και μισθών». Και δεν διαγράφεται ποτέ μια έξοδος κινδύνου.

Το πρόβλημα, φυσικά, δεν βρίσκεται στους σοφούς, αλλά στον τρόπο που τους χρησιμοποιεί η πολιτική, υπερκαταναλώνοντας σχέδια –σωστά ή και ολέθρια–, εμπορευματοποιώντας την αναζήτηση λύσεων και προκαλώντας βαθιά σύγχυση στους πολίτες. Δεν πλήττονται οι σοφοί από τα όποια αποδεικτικά της ματαιότητας ή του λάθους. Ούτε, ακόμη ακόμη, οι πολιτικοί – τουλάχιστον στην Ελλάδα, όπου οι ψηφοφόροι συχνά διαγράφουν μνήμες κάνοντας αξίωμα το ακατόρθωτο, προσμένοντας πάντα εκπλήξεις… Πλήττεται η χώρα εν τω συνόλω και οι κάτοικοί της, που πληρώνουν σταθερά το δυσβάσταχτο κόστος των ανεπαλήθευτων σωτήρων και των ανανεούμενων αβύσσων…