ΑΠΟΨΕΙΣ

Χρέος μου και καμάρι μου

Αν, εκτός από το φημισμένο αντιστασιακό μας φρόνημα, διαθέταμε και φορολογική συνείδηση, έστω ημικαθεύδουσα· αν οι κρατικές υπηρεσίες λειτουργούσαν μεθοδικά, συντονισμένες και με σαφείς εντολές της πολιτικής ηγεσίας, μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση ή νόθευση· αν ο εν Ελλάδι καπιταλισμός, μεγάλος και μικρομεσαίος, δεν ήταν, όπως σχεδόν όλοι παραδέχονται, παρασιτικός και αεριτζίδικος, όχι (μόνο) επειδή έτσι θέλησε να είναι, αλλά και επειδή έτσι του επέτρεψαν να πορεύεται όσοι όφειλαν να ελέγχουν αν τηρούνται οι νόμοι και οι γραφές· αν λοιπόν ίσχυαν όλα αυτά, δεν θα χρειαζόταν να κρεμάμε στα μανταλάκια (να αναρτούμε στο Διαδίκτυο δηλαδή) τα ονόματα των μεγαλοοφειλετών του Δημοσίου. Γιατί και τώρα αλλά και το 2011, οπότε και πάλι δημοσιεύθηκε κατάλογος μεγαλοοφειλετών, είναι σαν η πολιτεία να κρεμάει στα μανταλάκια την ομολογία της αδυναμίας της, της αποτυχίας της. Αυτό το σήμα δίνεται πρωτίστως. Το άλλο σήμα, το άλλο μήνυμα, απλώς ελπίζεται ότι θα δοθεί, θα ληφθεί και θα ερμηνευθεί. Απλώς ελπίζεται ότι όσοι χρωστούν θηριώδη ποσά, θα ντραπούν και θα θελήσουν να ανακόψουν τη διαπόμπευσή τους, πληρώνοντας αμέσως ή προχωρώντας σε διακανονισμό.

Μα ποιος να ντραπεί. Αν βγάλουμε έξω από τον λογαριασμό τις εταιρείες που έχουν ήδη κλείσει, για ποικίλους λόγους, και μολαταύτα ο τίτλος τους παραμένει στον κατάλογο των μεγαλοοφειλετών (λ.χ. η Πειραϊκή Πατραϊκή ή το ΑΛΤΕΡ), από τους υπόλοιπους, πόσοι είναι πιθανό να δεχθούν την επίσκεψη της αιδημοσύνης, της φιλοτιμίας ή -βαριές κουβέντες- της φιλοπατρίας; Η κουλτούρα μας, αταξική ή διαταξική εν προκειμένω, επί χρεών στο Δημόσιο δηλαδή, μάλλον με την καύχηση έχει αγαθές σχέσεις παρά με την ντροπή. Πριν γίνει κίνημα ή κόμμα, το «Δεν πληρώνω» ήταν μια πρακτική με πολλούς πιστούς. Εύκολα εφεύρισκε ο καθένας την πρόφασή του, δίχως συνειδησιακά προβλήματα. «Γιατί; Εγώ είμαι το κορόιδο;» εξηγούσε ο ένας. «Τι μου δίνει εμένα το κράτος για να του δώσω κι εγώ;» επέμενε ο άλλος. «Ας πληρώσουν όσοι έχουν» φώναζε ο τρίτος, δίνοντας αντικαπιταλιστικό νόημα στο βόλεμά του. Οι γύρω τους, δικοί και ξένοι, συνήθως τους καμάρωναν ή τους ζήλευαν. Οι λίγοι που τους μέμφονταν είναι οι ίδιοι με όσους συνηθίζουν να πληρώνουν. Τα κορόιδα που λέγαμε.