ΑΠΟΨΕΙΣ

Το κρίσιμο καλοκαίρι για το Κυπριακό

Ενώ Ελλάς, Τουρκία και Ευρωπαϊκή Ενωση δοκιμάζονται τους τελευταίους μήνες σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, η εικόνα διαφέρει στο Κυπριακό. Το διεθνές ενδιαφέρον για τις δικοινοτικές συνομιλίες έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Αποτελεί κοινή πεποίθηση στη διεθνή κοινότητα ότι το 2016 αποτελεί ιστορική ευκαιρία για τη διευθέτηση του προβλήματος. Τούτο δεν έχει να κάνει μόνο με την παρουσία δύο μετριοπαθών ηγετών, των Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί, αλλά και με τη διεθνή διπλωματική συγκυρία. Ενώ η κατάσταση στη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη παραμένει χαώδης, το Κυπριακό εμφανίζεται ως ευκαιρία μιας πολυαναμενόμενης επιτυχίας για την αμερικανική και την ευρωπαϊκή διπλωματία. Ελλείπουν, ωστόσο, μέχρι στιγμής οι ισχυρές δεσμεύσεις για την οικονομική στήριξη μιας συμφωνίας, ιδίως κατά το σκέλος που αφορά την αποζημίωση περιουσιών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων οι οποίες δεν θα επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Το κόστος των αποζημιώσεων υπολογίζεται περί τα είκοσι δισεκατομμύρια ευρώ.

Βεβαίως, ο δρόμος για τη λύση του Κυπριακού διέρχεται και από την Αγκυρα. Μέχρι στιγμής, πάντως, η τουρκική διπλωματία δεν έχει επιχειρήσει τη διάλυση του κλίματος αισιοδοξίας. Αντιθέτως, δίνει την εντύπωση ότι προτίθεται να διαπραγματευθεί τη λύση του Κυπριακού σε συνδυασμό με άλλα ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντος για την Τουρκία στην περιοχή. Η συμφωνία αποκαταστάσεως των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ αποτελεί θετική ένδειξη, δεδομένου του ότι η ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας διευκολύνεται τα μέγιστα από τη λύση του Κυπριακού. Ενδιαφέρον έχει και η δυναμική στις σχέσεις της Τουρκίας με τους Τουρκοκυπρίους. Η κρίση στις σχέσεις Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας σχετικά με τη διαχείριση των υδάτων που έφθασαν στα κατεχόμενα μέσω υποθαλασσίου αγωγού από τo Aναμούρ (Ανεμούριο) της Κιλικίας είναι ενδεικτική των χρονίων προβλημάτων. Από τη μία η αδυναμία των Τουρκοκυπρίων να διαχειρισθούν επαρκώς τις δικές τους υποθέσεις, από την άλλη οι «αποικιοκρατικές» τάσεις που παραδοσιακώς παρατηρούνται στην αντιμετώπιση των κατεχομένων από την Τουρκία, οδήγησαν σε τέλμα τις διαπραγματεύσεις και σε κυβερνητική κρίση που πυροδότησε η καθυστέρηση στην πληρωμή των μισθών των Τουρκοκυπρίων από την Αγκυρα την 1η Απριλίου. Ενώ η πόλωση στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας εντείνεται, η συντριπτική πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων τοποθετείται απέναντι στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η ανησυχία για τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και τις επιπτώσεις τους στα κατεχόμενα αποτελούν για τους Τουρκοκυπρίους πρόσθετο κίνητρο για την επίτευξη συμφωνίας.

Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 22ας Μαΐου στην Κύπρο υπογράμμισαν ότι ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ παραμένουν, παρά τις απώλειές τους, κυρίαρχοι του πολιτικού παιχνιδιού. Το ενδιαφέρον, πλέον, έχει στραφεί στις εντεινόμενες δικοινοτικές διαπραγματεύσεις. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι οι θέσεις των δύο πλευρών βρίσκονται αρκετά κοντά, ώστε να διατηρείται η αισιοδοξία για το εφικτό μιας συνολικής συμφωνίας μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου, ώστε το κείμενο να τεθεί σε δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του έτους. Φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία επί των βασικών αρχών για τη διευθέτηση του περιουσιακού, ενώ εκκρεμούν ακόμη οι σοβαρές συζητήσεις για το εδαφικό και το ζήτημα των εγγυήσεων. Απαιτείται σκληρή και μεθοδική εργασία, όσο και η ισχυρή οικονομική και διπλωματική υποστήριξη της διεθνούς κοινότητος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ενωση και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχουν κατά τούτο ιστορική ευθύνη.

Σε μια εποχή περιφερειακής αστάθειας και αβεβαιότητος, τόσο στη Μέση Ανατολή, όσο πλέον και στην Ευρώπη, η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί ακτίνα αισιοδοξίας.

*Αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.