ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναθεώρηση και πραγματικότητα

Ο Αλέξανδρος Σβώλος, ένας από τους κορυφαίους συνταγματολόγους, μας είχε προειδοποιήσει ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου για κάτι που δεν φαίνεται να είναι σαφές ούτε και σήμερα: Το Σύνταγμα μπορεί να «εγκοιτώνει» την κοινωνική ύλη και έτσι να βοηθάει, μαζί με πολλές άλλες θεσμικές και κοινωνικές παραμέτρους, στην εξέλιξη προς μια ορισμένη κατεύθυνση, δεν διαθέτει όμως μεταφυσικές ιδιότητες και δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνο του μια νέα πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Ετσι λοιπόν μπορεί να αναρωτηθεί κανείς πόσο εύλογες είναι οι προσδοκίες για ριζική βελτίωση του πολιτειακού και πολιτικού μας συστήματος μέσω μιας ρηξικέλευθης συνταγματικής αναθεώρησης, όταν το μείζον πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στις ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος όσο στη μη εφαρμογή μιας σειράς διατάξεών του. Αρκεί να αναλογισθούμε τις πολυάριθμες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που το Σύνταγμα τις επιτρέπει μόνο σε «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης», την παρεμβολή διατάξεων παντελώς άσχετων με το κύριο αντικείμενο των νομοσχεδίων με αποτέλεσμα να επικρατεί πλήρης ανασφάλεια δικαίου, ακόμη και την άρνηση συμμόρφωσης της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας σε αμετάκλητες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Σημαίνουν τα ανωτέρω ότι το Σύνταγμά μας δεν χρήζει βελτιώσεων και δεν πρέπει να αναθεωρηθεί; Ασφαλώς κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάτι τέτοιο. Διάφορες συνταγματικές διατάξεις έχουν δοκιμασθεί στον χρόνο και δεν έχουν πετύχει, οπότε ήρθε η ώρα να τις αλλάξουμε. Πρέπει λ.χ. να αποσυνδεθεί η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από την πιθανότητα πρόωρων εκλογών, να μεταβληθεί ο τρόπος επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων και των μελών των ανεξαρτήτων διοικητικών αρχών, να μην αποφασίζει η ίδια η Βουλή για την ποινική δίωξη των υπουργών, να δυσχερανθεί η πρόωρη διάλυση της Βουλής καταργώντας την –διόλου κολακευτική για τον πολιτικό μας βίο– προσχηματική επίκληση δήθεν «εθνικών θεμάτων εξαιρετικής σημασίας» και να δοθεί η δυνατότητα ελέγχου των πολιτειακών πράξεων που συνδέονται με την οργάνωση του πολιτεύματος. Γιατί να μην μπορεί π.χ. να ελεγχθεί εάν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η προκήρυξη δημοψηφίσματος με δημόσιο διάλογο μόλις πέντε ημερών; Θα μπορούσε επίσης να σκεφθούμε μήπως ήρθε η κατάλληλη στιγμή να τεθούν συνταγματικές διατάξεις για την αποκατάσταση ενός κλίματος ασφάλειας και εμπιστοσύνης σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας (κατά το πρότυπο των «εφάπαξ εκδιδόμενων νόμων», π.χ. για τις επενδύσεις, που θα ψηφίζονται με αυξημένη πλειοψηφία και δεν θα μπορούν να τροποποιηθούν παρά μόνο με συνταγματική αναθεώρηση). Επίσης, ευκταίο θα ήταν να καταστεί ευχερέστερη η αναθεώρηση του Συντάγματος. Για ποιο λόγο άραγε θα πρέπει να περιμένουμε πέντε τουλάχιστον χρόνια απλά για να ξεκινήσει μια νέα διαδικασία αναθεώρησης, ακόμα και όταν οι διατάξεις που πρόκειται να τροποποιηθούν δεν έχουν καμία σχέση με τις διατάξεις που άλλαξαν στην προηγούμενη αναθεώρηση; Οσον αφορά την παρεμβολή του εκλογικού σώματος στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης (η Βουλή πριν από τις εκλογές αποφασίζει για το ποιες συνταγματικές διατάξεις θα αναθεωρηθούν, ενώ η Βουλή μετά τις εκλογές για τη διατύπωση των διατάξεων), ας είμαστε ειλικρινείς: Στις τρεις μεταπολιτευτικές συνταγματικές αναθεωρήσεις (1986, 2001, 2008), πόσοι από τους ψηφοφόρους ψήφισαν στις βουλευτικές εκλογές με βάση τις προτάσεις των κομμάτων για τη συνταγματική αναθεώρηση;

Κάποιες σημειακές βελτιώσεις είναι ασφαλώς χρήσιμες. Αλλο όμως αυτό και άλλο η καλλιέργεια μιας ψευδαίσθησης ότι μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης θα αποκατασταθούν όλες οι δυσλειτουργίες της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο «συνταγματικός μαξιμαλισμός» δημιουργεί προσδοκίες που γρήγορα διαψεύδονται εις βάρος τελικώς της αξιοπιστίας του πολιτικού μας συστήματος. Ας μην επαναλάβουμε λοιπόν λάθη όπως αυτά της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 όπου, ανάμεσα και σε θετικές τροποποιήσεις, ψηφίσθηκε «ερμηνευτική δήλωση» στο άρθρο 24 που ορίζει κατά παγκόσμια πρωτοτυπία για συνταγματικό κείμενο (εξ όσων είναι γνωστό) τι είναι δάσος και δασικό οικοσύστημα.

*Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.