ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακοπές στα Σκόπια

​​Καθηλωμένος σε ένα κυριακάτικο μποτιλιάρισμα στην επαρχιακή οδό Οχρίδας – Σκοπίων, θυμήθηκα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’80 έξω από την Αθήνα, πριν η εθνική οδός γίνει κανονικός αυτοκινητόδρομος. Νεόκοπο, σχετικά, μέλος της ΕΟΚ τότε η Ελλάδα, δεν είχε ξεκινήσει να εκσυγχρονίζει τις υποδομές της, με αποτέλεσμα αθώα τοπωνύμια όπως το Σχηματάρι και η Μαλακάσα να γίνουν συνώνυμα αδιανόητης ταλαιπωρίας.

Αλλά μπροστά μου ήταν το αίνιγμα της πόλης των Σκοπίων, η πρωτεύουσα του… ακατονόμαστου κράτους, με όλες τις προσδοκίες και την αδημονία που μου είχαν καλλιεργήσει οι εξωπραγματικές εικόνες των φαραωνικών έργων της κυβέρνησης του Νίκολα Γκρούεφσκι, και μπορούσα να κάνω λίγη υπομονή ακόμα.

Η αλήθεια είναι ότι όσο και αν έχεις προετοιμαστεί ψυχολογικά, αυτό που τελικά θα συναντήσεις στα Σκόπια ξεπερνάει και την πιο ζωηρή φαντασία. Αφήνω στην άκρη τις ιστορικές ακροβασίες (για να το πω κομψά) και τους χονδροειδείς μηχανισμούς της κρατικής προπαγάνδας και περιορίζομαι στις αισθητικές παραμέτρους του προγράμματος αστικής ανάπλασης «Skopje 2014». Η λέξη «κιτς» είναι πολύ λίγη για να περιγράψει αυτό το απερίγραπτο συνονθύλευμα από αγάλματα, κίονες, αψίδες, «παραδοσιακούς» φανοστάτες και νεοκλασικές ή νεομπαρόκ προσόψεις νέων ή και παλαιότερων κτιρίων που στεγάζουν υπουργεία και μουσεία και εικονοποιούν το «εθνικό» αφήγημα του νέου κράτους που προέκυψε μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Για να είμαι ειλικρινής, στο θέαμα αυτού του αστικού λούνα παρκ δεν αισθάνθηκα ούτε για μισό λεπτό εθνικά προσβεβλημένος ή «απειλούμενος». Δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω ένας στοιχειωδώς μορφωμένος Ευρωπαίος αξιωματούχος που θα καταφθάνει στην πόλη και δεν θα κάνει προσπάθεια για να συγκρατήσει τον εαυτό του. Πρόκειται για ένα υπαίθριο μουσείο «εθνικού» ευτελισμού, τόσο διεστραμμένου, που μόνο ένας φανατικός εχθρός του νεότευκτου κράτους θα μπορούσε να συλλάβει.

Κι όμως. Το πρόγραμμα «Skopje 2014» εξελίσσεται κανονικά ενώ ο προϋπολογισμός του έχει ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο: από τα 80 εκατομμύρια δολάρια, το κόστος των έργων προσεγγίζει πλέον τα 600, απορροφώντας ετησίως δαπάνες αντίστοιχες με του υπουργείου Υγείας, αν πιστέψουμε το πόρισμα μιας σχετικής έρευνας. Εν μέρει ένας (ψύχραιμος) Ελληνας το διασκεδάζει. Αλλά από ένα σημείο και μετά, έρχονται και πιο ζοφερές σκέψεις. Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο απίθανο σχέδιο αισθητικής μεταμόρφωσης μιας πρωτεύουσας ευρωπαϊκής χώρας να έγινε κοινωνικά αποδεκτό και να μην ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες;

Η πρόσφατη «Πολύχρωμη Eπανάσταση» εκτονώθηκε μεν στα αγάλματα και στα κτίρια, αλλά η αφετηρία ήταν μια υπόθεση υποκλοπών. Μελαγχολείς, ακόμα, στην ιδέα της ευκαιρίας για τεράστια οικονομική διείσδυση που χάθηκε για την Ελλάδα με τους άστοχους χειρισμούς της δεκαετίας του ’90. Και, φυσικά, αναλογίζεσαι τι μερίδιο μας αναλογεί σε αυτόν τον εθνικιστικό παροξυσμό που γέννησε ένα αρχιτεκτονικό τέρας στην καρδιά μιας ήσυχης βαλκανικής πόλης.