ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτικά κέρδη και ζημίες

Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο παράλληλες ατζέντες: η ατζέντα της καθημερινότητας, δηλαδή της ανεργίας, της οικονομικής δυσπραγίας, της φορολογικής επιβάρυνσης, της παιδείας και της υγείας και η ατζέντα του πρωθυπουργού.

Ορθώς η αξιωματική αντιπολίτευση επιχειρεί να αναδείξει την ατζέντα της πραγματικότητας έναντι των τακτικών πρωτοβουλιών του Μεγάρου Μαξίμου στο πεδίο του εκλογικού νόμου ή της συνταγματικής αναθεώρησης, ωστόσο η άποψη πολλών στελεχών της αντιπολίτευσης, ότι αυτές οι δύο ατζέντες δεν τέμνονται, μοιάζει πρόχειρη.

Αντιστοίχως βεβιασμένοι είναι και οι πανηγυρισμοί για την αδυναμία του κ. Τσίπρα να εξασφαλίσει τις 200 ψήφους, ώστε από την αμέσως επόμενη εκλογή να θέσει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα της Ν.Δ. να σχηματίσει κυβέρνηση.

Διότι ναι μεν το Μαξίμου απέτυχε να ναρκοθετήσει άμεσα την πορεία της Ν.Δ. προς την εξουσία, κάτι που επεδίωξε ακόμη και με πολιτική σύμπλευση με τη Χρυσή Αυγή (υπουργός της κυβέρνησης, πριν επιβεβαιωθεί ότι τα «κουκιά δεν βγαίνουν», δήλωνε ότι «μας λείπουν 3 ψήφοι για τις 200»), ωστόσο έχει να προσδοκά πολιτικά κέρδη. Πρώτον, γιατί πέτυχε, σε κάποιο βαθμό, να μεταθέσει τον δημόσιο διάλογο. Δεύτερον, διότι ο κ. Αλ. Τσίπρας θα επιχειρήσει να «στριμώξει» στη γωνία το ΠΑΣΟΚ για τη στάση του απέναντι στην απλή αναλογική, που το ίδιο προ μηνών πρότεινε. Και, τρίτον, διότι εργαλειοποιώντας τις θεσμικές διαδικασίες δείχνει να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Την ίδια στόχευση υπηρετεί και η πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση, που θα ανοίξει αμέσως μετά τον εκλογικό νόμο. Το κυβερνητικό επιτελείο προτάσσει τακτικά και πολιτικά ωφελήματα, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις εθνικές ανάγκες. Στον σχεδιασμό της κυβέρνησης μοιάζει δευτερεύον ζήτημα εάν οι προτάσεις για τον εκλογικό νόμο ή για την απευθείας εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας από τον λαό εξυπηρετούν τις εθνικές ανάγκες ή διασφαλίζουν μια ομαλή κυβερνητική διαδοχή.

Μεγαλύτερη σημασία έχει, σύμφωνα με την κυβερνητική ανάλυση, ότι όσα εισηγούνται μοιάζουν να γίνονται αποδεκτά από την πλειονότητα των πολιτών, πλην ίσως της ψήφου στα 17. Απλή αναλογική, εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τους πολίτες, δημοψηφίσματα και άλλα τινά μοιάζουν να στηρίζονται από την πλειονότητα των πολιτών, με τον κ. Αλέξη Τσίπρα να εξετάζει σοβαρά την ιδέα να τα θέσει υπ’ όψιν των ίδιων των πολιτών με ένα, συμβουλευτικού τύπου, δημοψήφισμα πριν τα φέρει ως προτάσεις αναθεώρησης στη Βουλή. Και, παρά την προϊστορία του με το δημοψήφισμα, δεν αποκλείεται να κερδίσει αυτές τις μάχες, λαμβάνοντας τις απαντήσεις που ο ίδιος θα επιθυμούσε.

Ο σχεδιασμός του κ. Τσίπρα αποσκοπεί στο να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων το επόμενο διάστημα, να ελέγξει τη δημόσια συζήτηση και, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στο τηλεοπτικό πεδίο, να οικοδομήσει το αφήγημα του πολιτικού που τόλμησε να έρθει σε ρήξη με τα κακώς κείμενα της μεταπολίτευσης.

Μπορεί αυτό το σχέδιο να ευδοκιμήσει; Μένει να αποδειχθεί, δοθέντος ότι ο, μετά μνημόνιο, πολιτικός χρόνος έχει συμπυκνωθεί τόσο που οι μήνες αντιστοιχούν πλέον σε έτη.

Επίσης, ο κ. Τσίπρας δεν παίζει μόνος του. Απέναντί του έχει την αξιωματική αντιπολίτευση που, προφανώς, θα επιδιώξει και αυτή να θέσει τους όρους της δημόσιας συζήτησης και, κυρίως, έχει την ατζέντα της καθημερινότητας, την ίδια την πραγματικότητα των πολιτών. Οι θετικές παραδοχές για τους επόμενους μήνες της κυβέρνησης μοιάζουν με πορεία σε ένα λεπτό στρώμα πάγου. Με αρκετή τύχη μπορεί να διασχίσει το παγωμένο πεδίο και να φτάσει απέναντι. Βέβαια, αρκεί μία και μόνον ρωγμή για τη βύθιση.