ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικαιοσύνη: ακούει κανείς;

Νέα επ’ αόριστον αναβολή στη δίκη για τη Siemens, που αφορά σε σύμβαση για την πώληση ψηφιακών παροχών στον ΟΤΕ το 1997. Η κυβέρνηση σπεύδει να επιρρίψει της ευθύνες στην προϊσταμένη αρχή, κι αυτή απαντά με τα δικά της στοιχεία και καταλογίζει ευθύνη στην Πολιτεία. Ο κίνδυνος παραγραφής και αυτής της υπόθεσης, που έχει απασχολήσει το πανελλήνιο με σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά, θα ’πρεπε να δώσει το έναυσμα για μια ειλικρινή αυτοκριτική και προσπάθεια διόρθωσης των ημαρτημένων. Πολύπλοκο αφού εμπλέκονται όλοι οι φορείς της Δικαιοσύνης, αλλά κυρίως η εκάστοτε κυβερνώσα ελίτ, στην οποία συγκαταλέγεται όχι μόνο η πολιτική αλλά και η οικονομική με την οποία αλληλεπιδρά και αλληλεξαρτάται.

Ομως, ως συνήθως, επιχειρείται προσπάθεια αποπροσανατολισμού και πολιτικής εκμετάλλευσης του γεγονότος.

Η κυβέρνηση, μαινόμενη, αναφέρεται σε επιχείρηση κάθαρσης έπειτα από πρωτοβουλία πρωθυπουργού και υπουργού Δικαιοσύνης. Χωρίς να αναλογίζονται τα πραγματικά αίτια αυτής της πρωτοφανούς έντασης, οξύτητας που επικρατεί στη Δικαιοσύνη, ούτε να αναφέρονται στο γεγονός ότι η καθυστέρηση στη χώρα έχει φτάσει στην αρνησιδικία και μόνο τρεις χώρες στην υφήλιο έπονται σε καθυστέρηση: Η Γουινέα Μπισάου, το Σουρινάμ και το Αφγανιστάν. Ούτε και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την εξομάλυνση της κατάστασης. Το αντίθετο. Συντηρούν και επιδιώκουν την πόλωση και αναλίσκονται στα συνήθη μικροκομματικά τους παιγνίδια για τον έλεγχο της. Πολεμική ατμόσφαιρα.

Φθάσαμε πλέον στο σημείο, η διαμάχη δικαστικών λειτουργών να έχει κορυφωθεί και προς υπεράσπιση των κεκτημένων, του προσωπικού συμφέροντος και όχι κατ’ ανάγκην του δικαστικού κύρους να διοχετεύουν προς συγκεκριμένα έντυπα, κυρίως του Διαδικτύου, όχι μόνο τις προσωπικές τους απόψεις και ισχυρισμούς, αλλά και υλικό δικογραφιών.

Είναι τόσα πολλά όλα αυτά που συμβαίνουν με αμείωτη ένταση και ρυθμό με τη χρήση κάθε θεμιτού και μη, μέσου, ώστε προξενεί θλίψη και απογοήτευση. Το κύρος της ελληνικής Δικαιοσύνης έχει πληγεί βάναυσα, αλλά προφανώς αυτό δεν το βλέπουν οι συμμετέχοντες στον αδελφοκτόνο πόλεμο δικαστικοί λειτουργοί. Ισως διότι έχουν συνεπαρθεί από τον υπέρ πάντων αγώνα στον οποίο έχουν αποδυθεί. Οχι για την αποκατάσταση της τρωθείσης τιμής, και της διασφάλισης και εμπέδωσης αισθήματος δικαίου, μεταξύ των πολιτών, αλλά για την επικράτηση της μιας παράταξης, όπως σχηματοποιήθηκε, κατά της άλλης.

Σ’ αυτήν την εξόφθαλμη διαμάχη παίρνουν μέρος και πολιτικοί, με εμφανέστατο ενδιαφέρον για τον τελικό νικητή, που όμως ποτέ δεν θα υπάρξει. Και τούτο διότι στο πεδίο της αντιπαράθεσης, μόνο καμένη γη καταλείπεται. Οταν δε στον χορό αυτόν και στην αγωνία για την τελική έκβαση συμμετέχουν τόσο έντονα και απροκάλυπτα και φίλα προσκείμενοι των δύο πλευρών δημοσιογράφοι, τότε το θέμα παίρνει άγριες διαστάσεις και ο κάθε πολίτης, καλόπιστα ή κακόπιστα, αναρωτιέται τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Ιδιαίτερα όταν οι μεγαλοεργολάβοι με τις σκανδαλώδεις, μονοπωλιακού τύπου, αναθέσεις των μεγάλων έργων και τις «μυστικές» συμφωνίες που τα συνοδεύουν και επιβαρύνουν με δισεκατομμύρια τον δημόσιο προϋπολογισμό, δηλαδή τους πολίτες, είναι οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ που κατευθύνουν, διαμορφώνουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και δίνουν βήμα στους εξ αυτών εξαρτώμενους πολιτικούς.

Μια αλληλεξάρτηση προσώπων θεσμικών και μη, που καμία αναθεώρηση του Συντάγματος, το γε νυν έχον, δεν μπορεί να ανατρέψει, ή να λειάνει. Πάντα το υπάρχον διαπλεκόμενο προσωπικό, που μας διαφεντεύει, θα βρίσκει τρόπο να παίζει, αποπροσανατολιστικά, με τους θεσμούς. Δηλαδή, να τους χρησιμοποιεί κατά βούληση και κατά το συμφέρον τους.

Και όλα στο όνομα της κάθαρσης και στον χώρο της Δικαιοσύνης. Και αυτή, η μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών πόση μοναξιά, άραγε, αισθάνεται, παρακολουθώντας τη μονομαχία μέχρι τελικής πτώσεως, για θέματα άσχετα των καθηκόντων της; «Ολα στο φως. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα», διακήρυσσε ό τότε πρόεδρος της «Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος», Σωτήρης Μπάγιας, μια σπουδαία και δεσπόζουσα φυσιογνωμία. Μας εγκατέλειψε, όμως, νωρίς…

Ο πλέον, όμως, αδικημένος είναι ο πολίτης, που προσφεύγει στο ύστατo καταφύγιό του. Τη Δικαιοσύνη. Αυτή, όμως, αργεί. Η χαρά του αδικήσαντος. Του θύτη. Του κάθε απατεώνα. Η Πολιτεία, όμως, περί άλλα τυρβάζει. Οταν δεν κοιμάται. Ακούει κανείς;

*Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ.