ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολλά τα εσωτερικά και εξωτερικά μέτωπα για τον Ερντογάν

Το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία διαμορφώνει μια νέα πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, η οποία επηρεάζει και τη χώρα μας. Με τις μαζικές εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό, ο Ερντογάν εδραιώνει ένα προσωποπαγές καθεστώς. Γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά, όμως, η χώρα του αποδυναμώνεται.

Ο κεμαλισμός έθεσε αρχές, η εφαρμογή των οποίων μεταμόρφωσε την οθωμανική κοινωνία. Το επίσημο δόγμα του ήταν «ένα έθνος, μία γλώσσα, μία σημαία». Η Τουρκία, όμως, είναι πολυεθνικό κράτος με ομάδες που έχουν ιδιαίτερα γλωσσικά, θρησκευτικά αλλά και εθνολογικά χαρακτηριστικά.

Ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους δεν είχε τόσο ως στόχο τον διαχωρισμό κράτους – θρησκείας όσο τον έλεγχο του κράτους επί του Ισλάμ. Ο Κεμάλ επέβαλε αλλαγή ταυτότητας στους Τούρκους, σπάζοντας τα θρησκευτικά και πολιτιστικά δεσμά με το οθωμανικό παρελθόν τους. Αλλαξε ριζικά τον τρόπο ζωής τους, από το ντύσιμο (απαγόρευσε διά νόμου το φέσι) μέχρι την κατάργηση του αραβικού αλφάβητου.

Η βίαιη αυτή κοινωνική αλλαγή δεν μπορούσε να έχει σταθερά θεμέλια. Οι θρησκευόμενες συντηρητικές αγροτικές μάζες της Ανατολίας, λόγω μεγάλης αδρανείας, προσαρμόστηκαν μόνο επιφανειακά. Αντιθέτως, μία αστική μειονότητα κυρίως στη δυτική Τουρκία και στην Αγκυρα, με δεσπόζουσα θέση στο κεμαλικό καθεστώς, υιοθέτησε ένα ιδιότυπο δυτικό τρόπο.

Ηταν θέμα χρόνου να αναδυθεί η πολιτισμική αυτή αντίφαση και να προσλάβει ιδεολογικοπολιτικό σχήμα. Η πρώτη πολιτική εκδήλωση αυτής της αντίφασης προέκυψε με την εκλογική νίκη του Μεντερές στη δεκαετία του 1950. Το πείραμα αυτό τελείωσε αιματηρά με το πραξικόπημα του 1960.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Ερμπακάν, πολιτικός μέντορας του Ερντογάν, ήταν ο εκφραστής του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Το 1996, έγινε ο πρώτος ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας (σε κυβέρνηση συνασπισμού) αλλά ανετράπη από τον στρατό, με βελούδινο πραξικόπημα, 12 μήνες αργότερα.

Ο Ερντογάν έμαθε από τα λάθη του Ερμπακάν. Οταν μαζί με άλλους ίδρυσε το ΑΚΡ, ύψωσε τη σημαία του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του οικονομικού φιλελευθερισμού, γεγονός που ώθησε τη Δύση να τον δει με θετικό μάτι, ως παράγοντα ανανέωσης της τουρκικής πολιτικής ζωής.

Λόγω της οξύτατης οικονομικής κρίσης του 2001 και της απαξίωσης των καθεστωτικών κομμάτων, το AKP κέρδισε τις εκλογές του 2002. Το κεμαλικό κατεστημένο, που έλεγχε το κράτος, έβαλε τρικλοποδιές στην κυβέρνηση, αλλά δεν κατάφερε να την ανατρέψει. Την προστάτεψε η δυτική εύνοια, αλλά και η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη που εδραίωσε τον Ερντογάν ως πολιτικό εκφραστή της βαθιάς Τουρκίας. Οι αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες και η πολύτιμη βοήθεια των οπαδών του Γκιουλέν, που είχαν διεισδύσει σε  κρίσιμους  κρατικούς μηχανισμούς, επέτρεψε στον Ερντογάν να τους αποσπάσει από τον έλεγχο του κεμαλικού κατεστημένου.

Το πραξικόπημα δεν το έστησε ο Ερντογάν, ούτε ήταν συνωμοσία αποκλειστικά των οπαδών του Γκιουλέν, οι οποίοι είχαν σχετικά μικρή παρουσία στα ανώτατα κλιμάκια των ενόπλων δυνάμεων. Το πραξικόπημα έγινε κυρίως από κεμαλικούς. Η στρατιωτική ηγεσία έκανε τα προηγούμενα πραξικοπήματα εν σώματι με σκοπό να επαναφέρει την Τουρκία στον «ορθό δρόμο». Το πρόσφατο πραξικόπημα απέτυχε γιατί οργανώθηκε από ομάδα αξιωματικών, έστω και αν όλα δείχνουν πως υπήρχε ανοχή από την πλειονότητά τους.

Το γεγονός, όμως, πως υπήρχαν αρκετοί νομιμόφρονες αξιωματικοί και η αποκάλυψη του σχεδίου οδήγησαν σε επίσπευση της εκδήλωσης του πραξικοπήματος με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο Ερντογάν είναι ιδεοληπτικός, αλλά είναι και πραγματιστής. Πραγματοποιεί στροφές πολιτικής χωρίς κανέναν ενδοιασμό όπως στην περίπτωση της αποκατάστασης των σχέσεων με το Ισραήλ και τη Ρωσία.

Η στρατηγική του στη Συρία έχει καταρρεύσει. Πιο σωστά, έχει μετατραπεί σε μπούμερανγκ. Η προέλαση και η δημιουργία προπλάσματος κράτους από τους Κούρδους της Συρίας, που υποστηρίζονται τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τη Ρωσία, είναι εφιάλτης για την Αγκυρα.

Την υποχρεώνει σε μία στροφή 180 μοιρών. Ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ εξέφρασε την πεποίθησή του ότι «θα ομαλοποιηθούν οι σχέσεις μας με τη Συρία». Οι σχέσεις, όμως, με το Ισραήλ και τη Ρωσία είναι λυκοφιλίες, άρα περιστασιακές. Και πάντως, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν υποστεί σοβαρό ρήγμα. Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι ο Ερντογάν έχει καταστεί αναξιόπιστος εταίρος που θέτει σε κίνδυνο γεωστρατηγικά τους συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή.

Ο Ερντογάν έχει ανοίξει πολλά μέτωπα και εσωτερικά και εξωτερικά, τα οποία δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα. Το Κουρδικό εκ των πραγμάτων αναδεικνύεται σε καταλύτη.

Η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από τις εξελίξεις. Οι διμερείς οικονομικές σχέσεις δεν θα επηρεαστούν κατά τρόπο καθοριστικό. Η διά της διολισθήσεως απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση μετατρέπει γεωπολιτικά την Ελλάδα σε ακροτελεύτιο κρίκο της δυτικής αλυσίδας προς ανατολάς.

Η εξέλιξη αυτή επιβάλλει και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη να αντιμετωπίσουν τη χώρα μας με άλλο μάτι. Η σταθερότητά της αρχίζει να γίνεται υπόθεση και δική τους. Η πρόσφατη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, που συνέδεσε τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις με την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, είναι ενδεικτική. Για να αξιοποιηθεί, όμως, αυτή η δυνατότητα, απαιτείται και πολιτική βούληση και επεξεργασμένο σχέδιο.

* Εκτελεστικός αντιπρόεδρος ΣΕΒ, πρώην διπλωμάτης.