ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινωνία γηρασμένων νηπίων

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας μέσα από τρία γεγονότα που αφορούν τις καταλήψεις στη Θεσσαλονίκη και τις αντιδράσεις των καταληψιών:

Η πρώτη, η δήλωση της αναπληρώτριας υπουργού Παιδείας Σίας Αναγνωστοπούλου: «Προτιμώ τις καταλήψεις από αυτά που γίνονται στη Γαλλία, στη Γερμανία και αλλού στην Ευρώπη. Ξαφνικά μας πειράξανε οι καταλήψεις; Οταν λείπει ο δημόσιος χώρος, οι άνθρωποι πρέπει να βρουν δημόσιο χώρο».

Η δεύτερη, η τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου με αφορμή την εισβολή αντιεξουσιαστών στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας: «Αφού ουδείς πέτυχε να τους εμπνεύσει σεβασμό για οτιδήποτε στη ζωή τους, μόνο τη λύπη μας διατυπώνουμε, λέγοντάς τους: Είστε η αποτυχία μας. Η αποτυχία μας ως κοινωνίας, ως σχολείου, ως οικογένειας, ως δημοκρατίας».

Η τρίτη, η αθώωσή τους από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.

Το κάθε ένα από τα τρία θέματα διακλαδίζεται σε πολλά υποθέματα, ανοίγει κύκλο συζητήσεων με κοινωνικά και πολιτικά συνδηλούμενα. Πώς ερμηνεύεται η στάση της κ. Αναγνωστοπούλου, τι εσωκομματικές ισορροπίες εξυπηρετεί, τι αντίκτυπο έχει στην κοινωνία; Η Ιερά Σύνοδος (με τη μάλλον άστοχη διατύπωση «είστε η αποτυχία μας») σε ποιους μεταθέτει τις ευθύνες και γιατί; Η δικαστική απόφαση εκφράζει ή όχι κι ένα ευρύτερο πνεύμα «κατανόησης», πέρα από τα σαφή όρια που θέτουν οι διατάξεις και τα άρθρα νόμων και κωδίκων;

Ομως και τις τρεις περιπτώσεις διακατέχει είτε εμφανώς είτε εξ αντανακλάσεως ένα κοινό πνεύμα, τις διαπερνά με μεγαλύτερη ή όχι αυστηρότητα μια, λίγο ώς πολύ, κοινή αντίληψη: πρόκειται για παιδιά, για ανεύθυνα νήπια, που δεν είναι απολύτως υπόλογα για τη ζημία την οποία προκαλούν. Ως παιδιά γονέων που ωρίμασαν (;) στην ελληνική μεταπολίτευση ή στην Ευρώπη της δεκαετίας του ’70, θεωρούν τις καταλήψεις τρόπο έκφρασης, την ιδιοποίηση δημόσιου χώρου «κανονικότητα». Συγκρίνοντας δε (η κ. Αναγνωστόπουλου) δύο πράγματα εντελώς άσχετα μεταξύ τους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «καλύτερα οι καταλήψεις». Η Ιερά Σύνοδος σε ένα τιμωρητικό κρεσέντο χρεώνει στην κοινωνία, στο σχολείο, στην οικογένεια, την αδυναμία στοιχειώδους διαχωρισμού εννοιών σε ανθρώπους (συν, πλην) 25 – 30 χρόνων. Και η δικαστική εξουσία τούς απαλλάσσει πλήρως από κάθε συνέπεια της πράξης τους (εισβολή στον ναό και προσωρινή διακοπή της κυριακάτικης Λειτουργίας).

Υπάρχει μια διευρυμένη ανοχή στην ανωριμότητα στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία, και αυτό εκφράζεται με κάθε τρόπο. Διαφέρει από την ανοχή στην παραβατικότητα, αλλά ενδέχεται να είναι μία από τις συνέπειές της.

Τα παιδιά δεν απογαλακτίζονται από τους γονείς και οι γονείς από τους γονείς τους, η σχέση παραμένει δεσποτική και κυλιόμενη από γενιά σε γενιά, από δεκαετία σε δεκαετία, από εκλογική αναμέτρηση σε εκλογική αναμέτρηση, από κόμμα σε κόμμα, από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, από κρίση σε κρίση. Μια κοινωνία γηρασμένων νηπίων, φαινόμενο με δεκάδες εκφάνσεις και παράπλευρες διαδρομές. Από τις πιο ανώδυνες μέχρι τις πιο οδυνηρές. Ο γονιός, το κράτος-πατερούλης, η νηπιότητα ως φυσική απόκλιση από το φυσιολογικό. Η διαρκής ανάγκη για προστασία που εύκολα μετατρέπεται σε θυμό και επιθετικότητα όταν τα πρότυπα δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες. Η εν Ελλάδι Αριστερά, στην ερζάτς εκδοχή του ΣΥΡΙΖΑ, λικνίζεται πάνω σε αυτή την ανωριμότητα.

Υπάρχει μια ανοχή στα «παιδιά», που, τι να γίνει, το παρακάνουν καμιά φορά, εκτρέπονται, αλλά «παιδιά» είναι. Αυτό ενισχύθηκε με μια δήθεν αριστερή αντίληψη, που απαλλάσσει από την ευθύνη τους ενήλικους «αντιεξουσιαστές» ανακηρύσσοντάς τους διά βίου νήπια.