ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανορθόδοξες επαφές

Εκανε πράγματι την έκπληξη ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το βράδυ της 15ης Ιουλίου επιβίωσε πραξικοπηματικής απόπειρας που οργανωνόταν από καιρό και εξετελέσθη πλημμελέστατα. Αλλά όλα αυτά αναλύθηκαν και πλείστα όσα ειπώθηκαν στη διάρκεια του δεκαπενθημέρου.

Το μείζον ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά τη θέση της Τουρκίας στο σύστημα της Δύσεως. Και από την άποψη αυτή, η συνάντηση του κ. Ερντογάν με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν, την προσεχή εβδομάδα στην Αγία Πετρούπολη, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι απλώς για τους συμμάχους αλλά ειδικότερα για την Ελλάδα.

Ενίοτε συμβαίνει και οι εξελίξεις οδηγούν σε ανορθόδοξες συγκλίσεις. Οταν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλυόταν και η Ελλάς εμπλεκόταν στην άφρονα μικρασιατική περιπέτεια, οι πρώτοι που ενίσχυσαν με όπλα και χρυσό τον Μουσταφά Κεμάλ ήταν οι μπολσεβίκοι που είχαν καταλάβει την εξουσία στη Ρωσία. Πολιτική αντιπαλότητος αιώνων των δύο αυτοκρατοριών ανετράπη.

Υπάρχει από μιαν άποψη προηγούμενο. Δεν είναι οι συνθήκες οι ίδιες φυσικά. Αλλά η πολιτική των δυτικών δυνάμεων –και ειδικώς των ΗΠΑ– στα νότια σύνορα της Τουρκίας και η πιθανολογούμενη δημιουργία κουρδικής κρατικής οντότητος, που εκτιμάται πως προωθούν οι «παραδοσιακοί σύμμαχοι» της Αγκυρας, θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την ακεραιότητα αυτής της χώρας.

Είναι και αυτό ένα στοιχείο σοβαρότατο της κρίσεως στις σχέσεις της Αγκυρας με τη Δύση και ειδικότερα με την Ουάσιγκτον, και οποιοσδήποτε ηγέτης της Τουρκίας θα αντιδρούσε με τρόπο εντονότατο, πλην όμως διαφορετικό ενδεχομένως από αυτόν του κ. Ερντογάν.

Η συνάντηση στην Αγία Πετρούπολη δεν θα διαταράξει πιθανότατα δραματικά τις στρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή. Υπάρχει έντονη καχυποψία μεταξύ των δύο κρατών. Αλλά μια άρση της απαγορεύσεως των πτήσεων που επέβαλε η Μόσχα μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους θα έδιδε τη δυνατότητα στην Τουρκία να ενεργήσει αποτελεσματικά εναντίον των Κούρδων ανταρτών στη Συρία.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το αμερικανικό σχέδιο θα έπρεπε να αναθεωρηθεί, ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ αλ Ασαντ –ο βασικός σύμμαχος του κ. Πούτιν στην περιοχή– θα απέφευγε τον διαμελισμό της χώρας του –σε αυτό τουλάχιστον το σημείο–, η Ρωσία θα ενίσχυε τον ρυθμιστικό ρόλο της στην περιοχή και ίσως να αποθάρρυνε τους Κούρδους στην Τουρκία. Ας αναμείνουμε ωστόσο τα αποτελέσματα της συναντήσεως των δύο προέδρων την προσεχή Τρίτη.

Οσο για την Ελλάδα και το βενιζελικό σύνδρομο από το οποίο διακατέχεται η ηγεσία μας και τα περί «αξιοποιήσεως της ευκαιρίας» για αναβάθμιση του ρόλου της χώρας μας στο πλαίσιο της Δύσεως, θα ήταν σώφρον να μη σπεύδουμε.  Το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι ποιος κυβερνά και πώς την Τουρκία, αλλά η σταθερότης των σχέσεων με αυτήν τη χώρα.