ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικαιοσύνη και ευκαιρία

Η ​​οικονομία μας βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, όπου έπειτα από επτά χρόνια ύφεσης καλείται να ανακάμψει μέσα σε δύσκολες συνθήκες οι οποίες στην πάροδο αυτών των χρόνων δρουν σωρευτικά: κλείσιμο επιχειρήσεων, μείωση του διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος, αλλαγή των κανόνων και επιπέδου των κοινωνικών παροχών, αύξηση της ανεργίας, μειωμένη ρευστότητα σε εθνικό, επιχειρηματικό και οικογενειακό επίπεδο. Ενώ λοιπόν είναι κοινά αποδεκτή η επιθυμία για την ανάκαμψη, αυτή δεν θα έρθει από μόνη της ως άμεσο και αυτόματο επακόλουθο της συλλογικής βούλησης. Η πολιτεία, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, οι εγχώριοι και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι επιχειρήσεις αλλά και οι ίδιοι οι ιδιώτες πρέπει να αναλάβουν συντονισμένες δράσεις σε όλα τα μέτωπα με ξεκάθαρους στόχους. Οι δράσεις αυτές είναι απαραίτητο να εξαλείφουν τις αδυναμίες του παρελθόντος και ταυτόχρονα να θέτουν τις βάσεις για ένα νέο υγιές αναπτυξιακό μοντέλο.

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας αδιαμφισβήτητα έχει να παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Οι τράπεζες είναι ιδρύματα που στοχεύουν στην ανακατανομή της ρευστότητας στον χρόνο αλλά και μεταξύ ομάδων: οι τράπεζες φυλάσσουν τα κεφάλαια των καταθετών και στο μεσοδιάστημα χρησιμοποιούν αυτά τα κεφάλαια για να δανειοδοτούν επιχειρήσεις και ιδιώτες, βοηθώντας τους να πραγματοποιήσουν στο παρόν δράσεις με βάση τις μελλοντικές τους απολαβές. Ετσι, κάθε δάνειο που δίνεται αποτελείται από κεφάλαια καταθετών, στην πλειονότητά του, και μετόχων. Οταν γίνεται λόγος για την ανάγκη διοχέτευσης ρευστότητας στην οικονομία, στην ουσία αυτό σημαίνει ισχυροποίηση αυτής της ροής των καταθετικών κεφαλαίων προς δανειοδοτήσεις που θα χρηματοδοτήσουν δράσεις που δύνανται να παράγουν αξία και οφέλη για την οικονομία και την απασχόληση μέσω των οικονομικών πολλαπλασιαστών.

Διπλό στοίχημα

Το στοίχημα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι διπλό. Ομως οι δύο πλευρές του είναι αλληλένδετες. Η μία πλευρά είναι αυτή της χρηματοδότησης υγιών δράσεων και η ενθάρρυνση της εισροής κεφαλαίων στην οικονομία. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ξεκάθαρες ενέργειες: ορθή ανάληψη κινδύνων και ευθυγράμμιση κινήτρων μεταξύ επιχειρήσεων και χρηματοδοτών, και στρατηγικές συνεργασίες για την προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων μακροπρόθεσμου ορίζοντα και ενδιαφέροντος.

Σίγουρα η διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία θα μπορεί να γίνει σε μεγαλύτερη κλίμακα όταν επιστρέψουν οι καταθέσεις που έφυγαν από το σύστημα τα τελευταία έτη. Ομως για να πραγματοποιηθεί αυτή η επιστροφή, είναι απαραίτητο να ανοικοδομηθεί η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην πολιτεία και στο οικονομικό σύστημα. Οπως και στο θέμα της ανάκαμψης, έτσι και σε αυτό το θέμα, και πάλι δεν μπορούμε να μένουμε αμέτοχοι και απλά να περιμένουμε την περιβόητη επιστροφή της εμπιστοσύνης και των καταθέσεων. Αντιθέτως, εδώ είναι που φτάνουμε στη δεύτερη μεριά του στοιχήματος που ως χρηματοπιστωτικός τομέας καλούμαστε να κερδίσουμε: να κερδίσουμε πίσω την εμπιστοσύνη των καταθετών αποδεικνύοντας πως μπορούμε να φερθούμε δίκαια και με σεβασμό στα κεφάλαιά τους.

Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε τρεις φορές τα τελευταία χρόνια, ενώ χρειάστηκε μεγάλο ύψος κεφαλαίων. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο οφείλουμε ακόμα περισσότερο να προστατέψουμε τα κεφάλαια που εισήλθαν. Το πρώτο κύμα ανακεφαλαιοποιήσεων έγινε ως επακόλουθο του PSI. Κατά το PSI ελαφρύνθηκε το δημόσιο χρέος σε βάρος των τραπεζικών κεφαλαίων και τα κεφάλαια που εισήλθαν στο σύστημα στις ανακεφαλαιοποιήσεις ήρθαν για να καλύψουν αυτό το κενό. Τα κεφάλαια που κάλυψαν τις ανάγκες που προέκυψαν μετά το PSI αποτέλεσαν μια αναδιανομή κεφαλαίων, ιδιωτικών και δημόσιων, προς το δημόσιο χρέος. Οι πιο πρόσφατες ανακεφαλαιοποιήσεις έγιναν ύστερα από την αξιολόγηση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτή τη φορά, η ανάγκη κάλυψης κενού προέκυψε από τις επιπλέον προβλέψεις που έπρεπε να αναλάβει το τραπεζικό σύστημα για την κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αν αναλογιστούμε τη σειρά των βημάτων που οδήγησαν στις κεφαλαιακές ανάγκες, αντιλαμβανόμαστε πως οι προβλέψεις για την κάλυψη των επισφαλειών είναι τελικά και αυτές περιουσία των καταθετών και των μετόχων: η ύπαρξη των επισφαλειών και η χαμηλή ανακτησιμότητά τους οδηγούν στην ανάγκη ανάληψης προβλέψεων για να καλύψουν τυχόν κενό μεταξύ των μη επιστρεπτέων κεφαλαίων από τους δανειολήπτες προς τους καταθέτες. Μη επιστρεπτέο κεφάλαιο, με την απουσία προβλέψεων, θα σήμαινε μη επιστρεπτέα κατάθεση. Αν αυτό όντως συνέβαινε, θα σήμαινε πως οι τράπεζες δεν εκπληρώνουν τον σκοπό της ύπαρξής τους. Αυτή τη φορά, η αναδιανομή κεφαλαίων έγινε από ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια προς τους κατόχους μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μια μερίδα πληθυσμού, αυτή που εισέφερε απευθείας κεφάλαια στις ανακεφαλαιοποιήσεις (συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών επενδυτών), καθώς και ο γενικός πληθυσμός ο οποίος εισφέρει φόρους και άρα έμμεσα επίσης συμμετείχε στις ανακεφαλαιοποιήσεις μέσω του ΤΧΣ (Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), κάλυψε τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν από μια άλλη μερίδα πληθυσμού, αυτή που οφείλει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Είναι επιτακτικό λοιπόν να εξασφαλίσουμε, σεβόμενοι όσους εισέφεραν κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων κεφαλαίων, πως η αναδιανομή γίνεται προς όσους έχουν πραγματικά ανάγκη και πραγματική δυσκολία εξυπηρέτησης των δανείων τους και όχι και προς άλλους πέραν αυτών.

Ρύθμιση οφειλών

Στην παρούσα φάση, οι τράπεζες καλούνται να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, ενώ παράλληλα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να ανακτήσουν τα κεφάλαια των καταθετών και των μετόχων τους.

Για την επιστροφή της εμπιστοσύνης είναι απαραίτητο οι τράπεζες να αντιμετωπίσουν το θέμα των επισφαλειών τους με δικαιοσύνη. Η δίκαιη αντιμετώπιση του θέματος είναι μονόδρομος και σημαίνει δύο πράγματα: δίκαιη αντιμετώπιση και σεβασμός στους δανειολήπτες που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους, και ταυτόχρονα δικαιοσύνη και σεβασμός στα κεφάλαια των καταθετών και των μετόχων.

Οπλισμένοι με αυτή την ισορροπία, εμείς στο τραπεζικό σύστημα πρέπει να απευθυνθούμε, πιο δραστικά και μακροπρόθεσμα πλέον, στην πλειονότητα των μη ενήμερων δανειοληπτών, η οποία δεν επέλεξε να μην είναι ενήμερη. Κατέστη μη ενήμερη διότι πλέον δεν είχε το διαθέσιμο εισόδημα για να εξυπηρετήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Οφείλουμε, ως τραπεζικό σύστημα, να καταβάλλουμε ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες για να προσεγγίσουμε εκ νέου αυτή την κατηγορία δανειοληπτών και να της εκθέσουμε πλήρως τις δυνατότητες ρύθμισης των οφειλών της. Οφείλουμε επίσης, σε αυτή την κατηγορία δανειοληπτών, να εργαστούμε όλοι μαζί –πολιτεία, εργοδοσία, τραπεζικό σύστημα– ούτως ώστε οι βελτιωμένες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας να καλυτερεύσουν άμεσα τις δικές τους προοπτικές απασχόλησης και εισοδηματικής αποκατάστασης. Και αυτό για δύο λόγους: πρώτον, διότι δεν είναι αποδεκτό ένας τόσο μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας να παραμένει στο περιθώριο και, δεύτερον, επειδή η οικονομική ανάκαμψη θα είναι πραγματική μόνο όταν απεγκλωβιστούν από το σημερινό αδιέξοδο οι συμπολίτες μας.

Ταυτόχρονα όμως, είναι πλέον χρέος μας να απευθυνθούμε και σε αυτούς τους πελάτες μας που τα χρόνια της κρίσης σταμάτησαν να ανταποκρίνονται στις δανειακές τους υποχρεώσεις από επιλογή, παρόλο που αντικειμενικά είναι σε θέση να το κάνουν. Παράμετροι όπως η πολυετής πτώση των αξιών των ακινήτων, η γενικότερη επαγγελματική αβεβαιότητα, η συχνά ακραία πολιτική αστάθεια, η πτώση του κύκλου εργασιών σε πολλούς κλάδους οδήγησαν σημαντικό αριθμό δανειοληπτών στην αμυντική στάση της αθέτησης των υποχρεώσεών τους. Αυτή η στάση πλέον περισσότερο βλάπτει παρά ωφελεί αυτή την κατηγορία δανειοληπτών που μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους αλλά δεν το έκαναν το τελευταίο διάστημα. Η αποκατάσταση της σχέσης τους με το τραπεζικό σύστημα θα συμβάλει στο να αναλάβουν εκ νέου τον ενεργό και θετικό ρόλο που τους αναλογεί στον οικονομικό βίο της χώρας. Και βέβαια, μια τέτοια σωρευτική και ευρεία αλλαγή στάσης θα ενισχύσει την ίδια την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να αποκαταστήσει την πιστοδοτική του λειτουργία και να ενισχύσει την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.

Σε αυτούς τους δανειολήπτες, που επέλεξαν τη στάση πληρωμών ως στρατηγική επιλογή, δεν μπορούμε και δεν θα ήταν δίκαιο –ούτε για τους καταθέτες ούτε για τους ενήμερους δανειολήπτες ούτε για τους δανειολήπτες που είναι σε πραγματική δυσκολία ούτε για όσους συνεισέφεραν στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου– να προσφέρουμε τις ίδιες λύσεις με αυτές που προσφέρουμε στους δανειολήπτες που θέλουν να είναι ενήμεροι αλλά αδυνατούν να το κάνουν. Οι δανειολήπτες που έχουν επιλέξει τη στρατηγική αθέτησης υποχρεώσεων έχουν να διαλέξουν από εδώ και στο εξής ποιο δρόμο θα ακολουθήσουν και αν θα συμπεριφερθούν ως μέρος του οικονομικού συνόλου που συνεισφέρει ενεργά στην οικονομία και φέρεται δίκαια και με σεβασμό στους υπόλοιπους καταθέτες. Σε αντίθετη περίπτωση, και αν από μόνοι τους δεν σεβαστούν τα κεφάλαια του κοινωνικού συνόλου, θα αναλάβουν οι τράπεζες την προστασία των καταθετών και την ανάκτηση των κεφαλαίων τους.

Η δίκαιη αντιμετώπιση των δανείων σε καθυστέρηση αποτελεί ευκαιρία και μάλιστα μόνο η δίκαιη αυτή αντιμετώπιση είναι ευκαιρία, καθώς οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν θα επανέφερε την ισορροπία που απαιτείται για να εξαλειφθούν οι κοινωνικές και οικονομικές στρεβλώσεις και θα καθιστούσε τις ανακεφαλαιοποιήσεις άδικες και ανούσιες. Η ευκαιρία προέρχεται από δύο πηγές, ενώ και οι δύο σχετίζονται με την αντιμετώπιση των δανείων σε καθυστέρηση. Η πρώτη είναι πως η επανένταξη και επανεκκίνηση της παραγωγικότητας του αποκλεισμένου κοινωνικού συνόλου των μη ενήμερων δανειοληπτών που θέλουν να είναι ενήμεροι αλλά αδυνατούν να το κάνουν θα ενδυναμώσει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Η δεύτερη πηγή είναι πως η ορθή χρήση και διοχέτευση κεφαλαίων σε επιχειρήσεις και ιδιώτες θα συμβάλει στην ανάκαμψη, ενώ, αντιθέτως, οποιαδήποτε χρήση κεφαλαίων για την κάλυψη των δανείων των στρατηγικά μη ενήμερων δανειοληπτών θα γινόταν αδίκως εις βάρος της ανάκαμψης αυτής και εις βάρος όσων έχουν πραγματική ανάγκη για κεφάλαια, όρεξη για δουλειά, βούληση για προοπτική.

Η μεγάλη ευκαιρία

Είναι ξεκάθαρο πως η ανάκαμψη και ο ρυθμός της θα εξαρτηθούν από την αντιμετώπιση των δανείων σε καθυστέρηση. Η επιπλέον ευκαιρία που μας παρουσιάζεται είναι πως μπορούμε εκ νέου να χτίσουμε ένα παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, που όχι μόνο θα επανεντάξει τους μη ενήμερους δανειολήπτες στην παραγωγικότητα, αλλά που ταυτόχρονα θα ξαναχτίσει τα θεμέλια της οικονομίας. Δεν αρκεί απλώς να επιστρέψει το θετικό πρόσημο στους δείκτες μεταβολής του ΑΕΠ. Αντιθέτως, πρέπει αυτή η μεταβολή να οδηγηθεί και να είναι το αποτέλεσμα επενδύσεων και ιδιωτικών πρωτοβουλιών που στηρίζονται σε ορθό επιμερισμό του κινδύνου μεταξύ των επιχειρήσεων και των τραπεζών. Ο καθένας πρέπει να παίξει τον ρόλο του. Αυτό σημαίνει χρηματοδότηση με ίδια συμμετοχή από την πλευρά των επιχειρήσεων και χρηματοδότηση με βάση τις μελλοντικές χρηματοροές από τις τράπεζες.

Στην Εθνική Τράπεζα αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη που απορρέει από την ιστορία μας και από την εμπιστοσύνη των καταθετών μας. Και αυτός είναι ο λόγος που, για εμάς, η πραγματοποίηση του δίπτυχου δικαιοσύνη και ευκαιρία είναι η αποστολή μας. Είναι χρέος μας και ευθύνη μας να συμβάλουμε στην επιστροφή στην παραγωγικότητα των δανειοληπτών μας που τα τελευταία χρόνια είδαν τα εισοδήματά τους να καταρρέουν και είναι χρέος μας να διοχετεύσουμε τα κεφάλαιά μας σε αναπτυξιακές δράσεις που θα οδηγήσουν στην αύξηση της απασχόλησης αντί σε όσους εκμεταλλευόμενοι τους κανόνες του συστήματος καταχρώνται τα κεφάλαια των συμπολιτών τους.

Στην Εθνική Τράπεζα απευθυνόμαστε ενεργά στους δανειολήπτες που χρειάζονται στήριξη και λύσεις και από εδώ και στο εξής θα το κάνουμε με μεγαλύτερη ένταση. Με συγκεκριμένα και διαφορετικά προϊόντα που απευθύνονται σε διαφορετικούς τύπους αναγκών και με επαναπροσέγγιση των πελατών μας μέσα από όλα μας τα διαθέσιμα κανάλια. Ενισχύουμε τις ομάδες των ανθρώπων μας που διαχειρίζονται τα δάνεια σε καθυστέρηση και συστήνουμε ειδικές ομάδες στα καταστήματά μας για την καλύτερη και εξειδικευμένη εξυπηρέτηση των πελατών μας σε δυσκολία. Προσεγγίζουμε και όσους προτιμούν να ενημερωθούν από την ειδική μας ιστοσελίδα ή την τηλεφωνική μας γραμμή και να εξερευνήσουν τις επιλογές τους ώστε να τις επεξεργαστούν πρώτα οι ίδιοι. Στην επίλυση των «κόκκινων» δανείων και στην επανένταξη των δανειοληπτών σε δυσκολία στο παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας, βρισκόμαστε στην ίδια μεριά, και μόνο δουλεύοντας μαζί μπορούμε να βρούμε λύσεις που θα επιτύχουν. Η επιτυχία είναι αμοιβαία επωφελής για όλους.

Η ορθή χρήση των κεφαλαίων στην παρούσα χρονική στιγμή, που είναι αναγκαίο η οικονομία μας να ανακάμψει, σημαίνει πως τα κεφάλαια πρέπει να διοχετεύονται σύμφωνα με τις ανάγκες, με τις προοπτικές της χρήσης τους και με τις ευκαιρίες που μπορούν να πραγματοποιήσουν. Και εμείς στην Εθνική έχουμε δεσμευτεί πως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συνδράμουμε στην ανάκαμψη. Για να πραγματοποιηθεί η ευκαιρία που μας παρουσιάζεται, δεν μπορούμε παρά να δράσουμε δίκαια.

*Ο κ. Λεωνίδας Φραγκιαδάκης είναι διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας.