ΑΠΟΨΕΙΣ

Κακή μας μοίρα, η πόλωση

Ο​​ι μέρες του φετινού Ιουλίου και Αυγούστου μάς θυμίζουν για άλλη μία φορά το πολιτικά και ψυχολογικά φορτισμένο παρελθόν μας, με αποκορύφωμα την τραγωδία της Κύπρου και τη δικτατορία των συνταγματαρχών πριν από 42 συν επτά χρόνια αντιστοίχως. Κύριο χαρακτηριστικό της ευρύτερης περιόδου 1909-1974 ήταν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί διχασμοί, τα ένοπλα πραξικοπήματα, η ανάμειξη των στρατιωτικών μας στην πολιτική και η ανταγωνιστική παρέμβαση ξένων δυνάμεων (κυρίως Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και ΗΠΑ) στις εσωτερικές μας υποθέσεις. Οι μεγάλοι διχασμοί των Ελλήνων, μεταξύ Βασιλικών και Βενιζελικών και αργότερα κομμουνιστών και εθνικοφρόνων, καλλιεργήθηκαν από λαϊκίστικες ηγεσίες με βασικό τους γνώρισμα την υπερβολή, τη διαστρέβλωση της εικόνας του «άλλου» και την καλλιέργεια του μίσους ανάμεσα στις παρατάξεις – με μια λέξη την πόλωση.

Η λεγόμενη μεταπολίτευση (1974-σήμερα) μπορεί να χαρακτηριστεί «μια αλυσίδα ευκαιριών» στον δρόμο προς την ευρωπαϊκή κανονικότητα της Ελλάδας. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων όμως, η «ευρωπαϊκή κανονικότητα» εξομοιώνεται εδώ με την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων των νικητών (Βρετανία και Γαλλία) με τους ηττημένους (πρώην ναζιστική Γερμανία) του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με τη θεσμοθέτηση στη Γηραιά Ηπειρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Καίριο ρόλο στα πρώτα και δύσκολα χρόνια μετά την πτώση της χούντας Παπαδόπουλου/Ιωαννίδη έπαιξε ο παράγων «ηγεσία», με πρωταγωνιστές τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου: ο πρώτος πιστώνεται για την ψύχραιμη και συνετή του στάση στους κρίσιμους μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας. Οι καλοζυγισμένες του αποφάσεις, όπως η νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου για την τύχη της μοναρχίας, οι δίκαιες δίκες των πρωτεργατών της χούντας, το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975 και το αδιαπραγμάτευτο αίτημα του Καραμανλή για την ένταξη της Ελλάδας στους θεσμούς της ενοποιούμενης Ευρώπης θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς παγκόσμιο πρότυπο ομαλής μετεξέλιξης από ένα σκοταδιστικό καθεστώς δικτατορίας στον γνήσιο κοινοβουλευτισμό. Ο δεύτερος ηγέτης, ο Ανδρέας Παπανδρέου, πιστώνεται για τη δημιουργία ενός αριστερού (αν και προσωποπαγούς) μη κομμουνιστικού κινήματος, με λάβαρο την απεξάρτηση από την κηδεμονία των μεγάλων δυνάμεων και με σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες». Αλλά, ευτυχώς, μετά την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ το 1981 και με δεδομένη τη συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική απειλή, η Ελλάδα του Παπανδρέου παρέμεινε στο ΝΑΤΟ, διατήρησε τις αμερικανικές βάσεις στο έδαφός της και έγινε το 10ο μέλος της ΕΟΚ (σήμερα Ευρωπαϊκής Ενωσης). Για τον Ανδρέα Παπανδρέου ο πραγματισμός και ο στόχος του για μια μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία υπερίσχυσαν της μαρξιστικής ιδεολογικής του καθαρότητας.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν  (1981-2010), η χώρα μας σημείωσε αξιόλογες επιδόσεις στο οικονομικό επίπεδο, φθάνοντας στους υψηλότερους ευρωπαϊκούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, αντιμετώπισε σοβαρότατες ταλαντώσεις. Για παράδειγμα, μετά την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση (1981-89), ακολούθησε μια αρκετά ανώμαλη περίοδος: ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγορήθηκε για το σκάνδαλο Κοσκωτά και αθωώθηκε από ένα ειδικό δικαστήριο με διαφορά μιας ψήφου. Οι τρεις επαναληπτικές εκλογές του 1989 και του 1990 (που έγιναν με τον αποσταθεροποιητικό εκλογικό νόμο του Μένιου Κουτσόγιωργα) ανέβασαν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στο πηδάλιο της ελληνικής κυβέρνησης με την ισχνότατη πλειοψηφία μιας έδρας στο Κοινοβούλιο, παρά το 47% του εκλογικού αποτελέσματος υπέρ της Νέας Δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα αυτό με τη σειρά του, αλλά και λόγω της παρέμβασης του αποστασιοποιημένου (τότε) Αντώνη Σαμαρά, οδήγησε το 1993 στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και στην επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Ευτυχώς ξεπεράστηκε, σχετικά ανώδυνα, μια κρίσιμη περίοδος που θα μπορούσε να είχε μετακινήσει την Ελλάδα από τον Πρώτο στον Τρίτο Κόσμο.

Από το 2010 μέχρι σήμερα, το πολιτικό μας σύστημα αντιμετωπίζει άλλη μια μεγάλη δοκιμασία λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Ως αποτέλεσμα, έχει προκληθεί μια νέα πόλωση (κατά τη γνώμη μου ένα αδικαιολόγητο σχίσμα) ανάμεσα στους λεγόμενους «μνημονιακούς» και τους «αντιμνημονιακούς» Ελληνες. Τα μνημόνια των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Σαμαρά και Τσίπρα με την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, παρά το γεγονός ότι διατήρησαν και διατηρούν την Ελλάδα στη Ζώνη του Ευρώ με χαμηλότοκο δανεισμό, δεν είναι καθόλου δημοφιλή. Διότι συνεπάγονται οδυνηρά μέτρα λιτότητας που συνδυάζονται με ασύλληπτους οικονομικούς δείκτες όπως 25% ανεργία (55% στους νέους), μείωση του εθνικού εισοδήματος κατά 25%, μαζική έξοδο μορφωμένων νέων σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και απώλεια βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας λόγω της εξάρτησης (μέσω μνημονίων) από τους δανειστές.

Ενα είναι το συμπέρασμά μου από όλα τα παραπάνω: Πρέπει να γίνει αντιληπτό από τον μέσο Ελληνα ότι οι επιλογές μας σήμερα είναι «μεταξύ του κακού και του χειρότερου». Εκτός ευρώ και Ευρωπαϊκής Ενωσης θα έχουμε την τύχη (ή μάλλον την ατυχία) των αραβικών χωρών της Βόρειας Αφρικής και της Ανατολικής Μεσογείου. Και βεβαίως η Τουρκία, με δεδομένη την πάγια αναθεωρητική της στάση απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο (συν την τρέχουσα εσωτερική της πολιτική ρευστότητα), θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο με τον ελληνισμό για να εξασφαλίσει την απαραίτητη συνοχή των βαθιά διχασμένων ενόπλων δυνάμεών της. Επιτέλους, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πόλωση των πολιτικών μας δυνάμεων αδρανοποιεί τους στρατηγικούς μας σχεδιασμούς για την έξοδο από την αβάσταχτη οικονομική κρίση και, ταυτόχρονα, για την αποτροπή της ανήσυχης και αναθεωρητικής Τουρκίας.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.