ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκλογή ΠτΔ από ειδικό εκλεκτορικό σώμα

Για έναν μάλλον ανεξήγητο λόγο, αφετηρία για την όλη συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης αποτέλεσε η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μία συντηρητικότερη αντίληψη εμμένει στη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος (εκλογή από τη Βουλή, άρθρο 32 Συντ.), ενώ η κυβέρνηση προσανατολίζεται προς την εκλογή ΠτΔ απευθείας από τον λαό. Ορθότερη θα ήταν η εκλογή του ΠτΔ από ένα ειδικό εκλεκτορικό σώμα, που θα αποτελείται από αιρετούς εκπροσώπους της κοινωνίας, των παραγωγικών τάξεων, της επιστήμης κ.ά., συμπεριλαμβάνοντας τους τριακόσιους εν ενεργεία βουλευτές, τους εκλεγμένους περιφερειάρχες, τους δημάρχους των τριών μεγαλυτέρων δήμων της χώρας, τους διατελέσαντες Προέδρους Δημοκρατίας και πρωθυπουργούς, τους προέδρους των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ.) και επαγγελματικών συλλόγων (ΔΣΑ, ΠΙΣ), τους προέδρους του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, του Εμπορικού Συλλόγου και του ΣΕΒ, τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, τους πρυτάνεις των τριών μεγαλυτέρων ΑΕΙ της χώρας. Η εκλογή από ένα τόσο πολύπλευρα αντιπροσωπευτικό εκλεκτορικό σώμα προσδίδει ιδιαίτερο κύρος στον θεσμό του ΠτΔ, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο κομματικών σκοπιμοτήτων, όταν η εκλογή γίνεται από τη Βουλή, ή σοβαρής επιβάρυνσης της δημόσιας ζωής, εφόσον η εκλογή θα γινόταν απευθείας από τον λαό με καθολική ψηφοφορία.

Το πιο «καυτό» ζήτημα που σχετίζεται με τη συνταγματική αναθεώρηση αφορά στον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Οι εντυπώσεις πλήρους ατιμωρησίας που προξενούνται από την ρύθμιση στο άρθρ. 86 Συντ. δεν απαλείφονται με τα υποκριτικά ημίμετρα που θέσπισε ο ν. 3126/2003. Είναι προφανές ότι η όποια νέα ρύθμιση θα πρέπει να διευκολύνει την ποινική διερεύνηση σοβαρών αξιόποινων πράξεων που τυχόν διαπράχθηκαν από μέλη της κυβερνήσεως. Από την άλλη πλευρά και η πλήρης υπαγωγή των πράξεων αυτών στις κοινές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας θα προξενούσε επικίνδυνες για την πολιτική ζωή του τόπου καταστάσεις. Ορθότερη θα ήταν, και μάλιστα υπό το πρίσμα του σεβασμού της διάκρισης των εξουσιών, η υπαγωγή των αξιόποινων πράξεων των υπουργών στην τακτική Δικαιοσύνη, με ρυθμίσεις όμως ειδικής δικαιοδοσίας (προκαταρκτική εξέταση και ποινική δίωξη από αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εισαγγελέα Εφετών, τακτική ανάκριση από αρεοπαγίτη – ανακριτή, βούλευμα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου), για την δε επ’ ακροατηρίω εκδίκαση των υποθέσεων αρμόδιο θα είναι, όπως και σήμερα, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρ. 86, παρ. 4 Συντ. Οσον αφορά το καίριο ζήτημα της παραγραφής, είναι προφανής η ανάγκη κατάργησης της προκλητικής διάταξης του άρθρ. 86, παρ. 3, εδ. β΄ Συντ. Το δικαιότερο θα ήταν να ισχύουν εδώ οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις των άρθρ. 111 επ. Π.Κ., με θέσπιση, όμως, ειδικού, βραχύτερου χρόνου παραγραφής για τα κακουργήματα.

Ενα εξίσου αμφιλεγόμενο ζήτημα αποτελεί η δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ. Για να είμαι ειλικρινής, μου είναι ακατανόητος ο λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρ. 16, παρ. 5, εδ. α΄ Συντ., που προβλέπει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από δημόσια ΑΕΙ. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο, εξ όσων γνωρίζω, σε όλα τα κράτη του λεγόμενου «πολιτισμένου κόσμου». Εχοντας ασχοληθεί επί τριάντα και πλέον έτη με την ανώτατη παιδεία αλλά και έχοντας κατά καιρούς θητεύσει σε ιδρύματα και οργανισμούς που διαχειρίζονται ζητήματα σχετικά με αυτήν (πρόεδρος ΔΟΑΤΑΠ, αντιπρόεδρος ΙΚΥ), βίωσα και βιώνω μεγάλη πικρία και απογοήτευση, διαπιστώνοντας τον τεράστιο αριθμό ελληνοπαίδων που αναγκάζονται να καταφύγουν σε πανεπιστημιακές σπουδές σε αμφιβόλου ποιότητας ιδρύματα του εξωτερικού, μη έχοντας την ευκαιρία σπουδών της επιλογής τους στην Ελλάδα. Ακριβώς δε αυτό το γεγονός εξουδετερώνει και τις όποιες επιφυλάξεις κατά της δυνατότητας ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ στη χώρα μας.

Αναθεώρησης χρήζει και η διάταξη του άρθρ. 78, παρ. 2 Συντ., που περιορίζει τη δυνατότητα αναδρομικής ισχύος φόρων στο προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκαν. Οι εκτεταμένες καταχρήσεις από όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών στον τρόπο επιβολής φόρων, και μάλιστα με την ψευδεπίγραφη δικαιολογία της εκπλήρωσης μνημονιακών υποχρεώσεων, καθιστά αναγκαία τη θέσπιση διάταξης που θα προβλέπει ξεκάθαρα ότι νέοι φόροι μπορούν να επιβληθούν από το επόμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά τη διάρκεια του οποίου ψηφίστηκαν.

Τέλος, παρά τις τεχνικές δυσκολίες, πρέπει να προβλεφθούν συνταγματικοί περιορισμοί στην ασύδοτη χρήση του Διαδικτύου. Πρόκειται για κοινωνική μάστιγα που δηλητηριάζει τον δημόσιο βίο και υπονομεύει τη λειτουργία των θεσμών της χώρας μας.

* Καθηγητής Ποινικού Δικαίου – τ. πρόεδρος Νομικής Σχολής ΔΠΘ.