ΑΠΟΨΕΙΣ

Λέξη που φοβίζει και διχάζει

«Παρά τη νέα βοήθεια δισεκατομμυρίων, η ελληνική κυβέρνηση υλοποιεί μόνον ένα πολύ μικρό μέρος των μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν το 2015», έγραφε προ ημερών η Bild. Η γερμανική εφημερίδα επικαλούνταν στοιχεία του Ινστιτούτου Ερευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών (ΙΝΕΡΠ), σύμφωνα με τα οποία «νομοθετήθηκε το 38% των συμπεφωνημένων μεταρρυθμίσεων, ωστόσο μόλις το 13% έχει υλοποιηθεί», και παρέθετε δήλωση του επικεφαλής του ΙΝΕΡΠ καθηγητή Παναγιώτη Καρκατσούλη ότι «στην πράξη η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων μποϊκοτάρεται».

Η έννοια της μεταρρύθμισης, δηλαδή του συνόλου των αλλαγών σε έναν τομέα με στόχο τη λύση προβλημάτων, τη μείωση στρεβλώσεων, την προσαρμογή σε νέα δεδομένα, δηλαδή μια έννοια συνδεδεμένη με τον νεωτερισμό και την πρόοδο που υιοθετήθηκε μεταπολεμικά από όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, όχι μόνο από τους Σοσιαλδημοκράτες, αλλά και αριστερούς, κεντρώους, δεξιούς, έχει την τελευταία εικοσαετία προαχθεί σε υπ’ αριθμόν μία αναγκαιότητα, με διαφορετικά περιεχόμενα, έχει διχάσει, έχει παρεξηγηθεί, έχει φορτωθεί με θετικούς και αρνητικούς μύθους. Αλλοι τη θεωρούν οδό προς τη σωτηρία και άλλοι προς την καταστροφή, προς τη ρύθμιση ή αντίθετα την απορρύθμιση (π.χ., κατά μία κυβερνητική εκδοχή, ό,τι σχετίζεται με την ανάληψη των βαρών από το Δημόσιο αποτελεί ρύθμιση και ό,τι αφορά την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας εκεί όπου αποτυγχάνει το κράτος, απορρύθμιση). Η αδυναμία των κυβερνήσεων να εξαλείψουν τις αιτίες των δεινών, να οικοδομήσουν ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, μια ευέλικτη Δικαιοσύνη, μια εκσυγχρονισμένη Παιδεία και Υγεία, ένα αποτελεσματικό Δημόσιο, ένα παραγωγικό μοντέλο που θα διασφάλιζε τη βιωσιμότητα του χρέους, και η ταύτιση της λέξης με μειώσεις μισθών και συντάξεων, αύξηση ΦΠΑ, φορολογικών βαρών και ασφαλιστικών εισφορών, της έχει προσδώσει χαρακτηριστικά εμπαιγμού, παραγωγής επικοινωνίας κοντά στο θεωρητικό οπλοστάσιο της εκάστοτε κυβέρνησης. Ενώ παραπέμπει σε βελτιώσεις, έχει μόνο πρόσκαιρα ή μηδενικά αποτελέσματα. Μεταρρυθμίσεις «κονσέρβα» για οικονομίες σε κρίση, που συνήθως αποτυγχάνουν γιατί είναι πρόχειρα σχεδιασμένες και ισοπεδωτικές και δεν συνδέονται με βαθιές αλλαγές, σε μια χώρα, την Ελλάδα, με αθρόα παραγωγή νόμων, συντριπτική γραφειοκρατία, αφθονία φορέων και υπηρεσιών που αδυνατούν να συντονιστούν, απροθυμία ανάδειξης των ικανών.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι κάτι περισσότερο από αναγκαίες, όμως η λέξη έχει φθαρεί (οι ιθύνοντες τη χειρίζονται ξεχνώντας να κοιτάξουν το αληθινό της βάθος), και δεν πείθουν πια κανέναν. Ετσι, η πικρή διαπίστωση του ΙΝΕΡΠ για την απόσταση μεταξύ υποσχέσεων και έργων «έσβησε» αργά μέσα στα «νερά» των ελληνικών διακοπών – η γλυκύτητα του θέρους καταπίνει ανησυχίες, φόβους, κακότητες, μαλακώνει τον θυμό, κάνει συνειδητή την ύπαρξη σε έναν –παρά ταύτα– ευλογημένο τόπο.

Ομως η υπόθεση «μεταρρυθμίσεις» παραμένει ανατριχιαστικά εκκρεμής. Κάποιος κάποτε πρέπει να αδράξει το νήμα που θα τις συνδέσει εποικοδομητικά με την πραγματικότητα. Κάτι, μάλλον, απίθανο. Βαφτίζοντας κακοσχεδιασμένα μέτρα «μεταρρυθμίσεις», υπεκφεύγουμε τον Ρουβίκωνα των πραγματικών αλλαγών. Για τους κυβερνώντες, μια σωτήρια δολιότητα που τους επιτρέπει να κυκλοφορούν μέσα σε μια ήπια πραγματικότητα, βολική και ανακριβή.