ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κούλε» πιάσε την «καφίνσα»

«Τσε-τσε-κούλε», «τσε-τσε-καφίνσα». Αγνοώντας την κενυατική, υποθέτω πως πρόκειται για κάποιου είδους επίκληση στη γνωστή οχληρή μύγα του βαθέος ύπνου. Αν και αυτό το «κούλε» κι εκείνο το «καφίνσα» μάλλον με αποτροπαϊκές ευχές μού ακούγονται. «Αντε από δω βρωμόμυγα» και «πιάσε την καφίνσα για την τσε τσε», όπου «καφίνσα» υποθέτω είναι το κενυατικό αντίστοιχο της δικής μας μυγοσκοτώστρας. Πάντως ό,τι κι αν σημαίνουν όλ’ αυτά, είναι τα λόγια του πρώτου τραγουδιού που διδάσκονται οι μαθητές στην Α΄ Γυμνασίου στο μάθημα της Μουσικής. Κι αν η τάξη εξακολουθεί να υπάρχει και δεν έχει γίνει ο χαμός από το γέλιο, ακολουθεί το δεύτερο τραγούδι, αυτή τη φορά από τη γειτονική Τανζανία. Αυτό λέγεται «τσουμ-τσουμ-πα» και επειδή υπάρχει και μετάφραση, μαθαίνουμε ότι σημαίνει «το λιοντάρι με δύναμη στην ουρά». Κι αφού το τραγουδήσουν κι αυτό τα παιδιά, ακολουθεί σύντομη ιστορική παρένθεση, με περιληπτική αφήγηση του δουλεμπορίου, και η μουσική από το «τσουμ τσουμ πα» περνάει τον Ατλαντικό και φτάνει στη Βιρτζίνια, όπου και διδάσκονται κάποιο spiritual. Ακολουθεί βυζαντινός ύμνος, το «Γιαλό Γιαλό» και δείγματα ηλεκτρονικής μουσικής τα οποία ελπίζω να μην τα τραγουδούν. Μπορούν όμως να δουν στο βιβλίο παρτιτούρα του Ιάνη Ξενάκη.

Λίαν καλώς, άριστα. Ετσι το παιδί, από τα πρώτα κιόλας μαθήματα, αποκτά την αίσθηση του ρυθμού και του χρώματος και παίρνει και μια γεύση των πολιτισμών του κόσμου του. Τι καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει κανείς; Τα χρόνια του «γαλλικά και πιάνο» έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ηρθε η αναγέννηση της μετανεωτερικότητας. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο το 2012. Απόδειξη ότι το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι πολιτικό. Δεν είναι ζήτημα Αριστεράς ή Δεξιάς. Είναι πρόβλημα πολιτισμικό.

Εξηγούμαι αμέσως. Δεν ξέρω τι έχουν να πουν οι διδάσκοντες, οι συγγραφείς όμως του βιβλίου εξηγούν ότι το έγραψαν ακολουθώντας τις πιο σύγχρονες μεθόδους εκμάθησης της μουσικής. Παραγνωρίζοντας ενδεχομένως, ή αγνοώντας, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταφέρουν στα παιδιά μιαν αντίληψη για τον πολιτισμό. Τίποτε στην εκπαίδευση δεν περιορίζεται στην τεχνική του διάσταση. Το ποίημα της μετανεωτερικότητας είναι και μονότονο και απλό – εξ ου και η ταχύτατη διάδοσή του. Ολες οι μουσικές είναι μουσικές, άρα όλες οι μουσικές είναι ισότιμες, άρα και όλοι οι πολιτισμοί που τις γέννησαν είναι ισότιμοι. Πρόκειται για μια μεταφορά σχηματική της ιδέας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι στο επίπεδο της δημιουργίας. Εδώ όλοι οι άνθρωποι γίνονται ίδιοι, κοινώς ισοπεδώνονται σε μια ενιαία συμπεριφορά. Επειδή όμως η πραγματικότητα διαψεύδει τη θεωρία της ενιαίας συμπεριφοράς, οι διαφορές ανάγονται στις οικονομικές ανισότητες. Και θεωρούν ότι, αν και όποτε εκλείψουν, ο κόσμος θα μοιάζει με ένα απέραντο κοκτέιλ πάρτι.

Υπάρχουν πολιτισμικά σύνορα; Υπάρχουν. Ο πόλεμος που έχει κηρύξει το φανατικό Ισλάμ στη Δύση το αποδεικνύει καθημερινά, κι ας κόπτονται οι Δυτικοί για την πολιτική ανορθοδοξία του φαινομένου. Το φαινόμενο δεν είναι πολιτικώς ορθό. Είναι όμως ιστορικό φαινόμενο.

Είναι όλοι οι πολιτισμοί ισότιμοι; Οπως δεν είναι ίδιοι δεν είναι και ισότιμοι. Κατ’ αρχάς να παραδεχθούμε ότι η αντίληψη περί ισοτιμίας των πολιτισμών είναι δυτική. Κανείς άλλος πολιτισμός δεν τη δέχεται ούτε σήμερα ακόμη. Δεύτερον, και για να επανέλθω στη μουσική, θα πω κάτι πολύ απλό: όποιος καταλαβαίνει τη μουσική του Βάγκνερ μπορεί να καταλάβει και το δημώδες Τανζανίας για την ουρά του λιονταριού. Οποιος όμως θεωρεί πως η μουσική ταυτίζεται με το δημώδες Τανζανίας δεν μπορεί να καταλάβει και τη μουσική του Βάγκνερ. Ο Πικάσο αναγνώρισε τις αφρικανικές μάσκες ως μορφή τέχνης. Οσοι τις έφτιαχναν ή τις φορούσαν τις αντιμετώπιζαν ως λατρευτικά αντικείμενα. Και εκεί είναι όλη η διαφορά. Ή, για να έρθω στα δικά μας: ο Τσιτσάνης δεν είναι Μπαχ. Χρειάστηκε κάποιος που ήξερε τον Μπαχ, ο Μάνος Χατζιδάκις, με την περίφημη διάλεξή του το 1949, για να βγάλει τον Τσιτσάνη από τους τεκέδες και να αναγνωρίσει τη μουσική του αξία.

Και τώρα ας επανέλθω στο βιβλίο της Μουσικής της Α΄ Γυμνασίου. Το επαναλαμβάνω: το πρόβλημα δεν είναι πώς διδάσκεται η μουσική. Το πρόβλημα είναι ποιο είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της διδασκαλίας το οποίο διέπει τη διδασκαλία των λεγομένων «ανθρωπιστικών σπουδών». Και οι «ανθρωπιστικές σπουδές» στηρίζονται στην ιεράρχηση των αξιών, που στο κάτω κάτω της γραφής είναι και ο στόχος της μέσης εκπαίδευσης. Να μάθεις να μπορείς να διακρίνεις τις διαφορές και να κρίνεις. Αυτή είναι η χρησιμότητα του κλασικού στον σύγχρονο βίο. Αναγνωρίζεις την ύπαρξη αξιών οι οποίες δεν είναι απαράβατες, σου δίνουν όμως το μέτρο της αξίας για να κρίνεις αυτό που σου συμβαίνει. Ας διδαχθούν και αφρικανικά τραγούδια και ράγκα και spirituals. Αφού όμως αποκτήσουν την αντίληψη για τη μουσική που θα τους επιτρέψει να τα εντάξουν σε μια πολιτισμική ευαισθησία πολύ ευρύτερη από τον κόσμο που τα γέννησε.

Σίγουρα η Ελλάδα του 2016 δεν είναι η Ελλάδα του 1960, ευτυχώς από μιαν άποψη. Οπως και η Ευρώπη του 2016 δεν είναι η Ευρώπη του 1960. Σε πείσμα όμως όλων των θεωριών περί μετανεωτερικότητας, ο κόσμος απέχει πολύ από το να γίνει μια απέραντη πολυπολιτισμική Ντίσνεϊλαντ όπου με εισιτήριο την εκπαίδευση θα μπορείς να περιπλανιέσαι από το ένα ethnic show στο άλλο. Δεν είναι μόνον η πλήξη που μας απειλεί. Είναι κι αυτό το είδος της πολιτισμικής άνοιας που έχει εξουδετερώσει τα αντανακλαστικά του δυτικού κόσμου.