ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διγλωσσία που μας ακολουθεί

Τι χαρακτηρίζει τη δεκαετία του ’80; Με μία ανάσα, ανάκατα, χωρίς προσπάθεια: «Δυναστεία» και «Ντάλας», βάτες, χαίτες, φράντζες, το Billie Jean του Μάικλ Τζάκσον, το ελληνικό σινεμά στις εμφυλιακές και μετεμφυλιακές αναζητήσεις του («Η κάθοδος των εννιά», «Τα πέτρινα χρόνια», «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Τα παιδιά της Χελιδόνας», κ.ο.κ), η Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης (1985) της Μελίνας Μερκούρη με ροκ στο Παναθηναϊκό Στάδιο, Πέτερ Στάιν, με οκτάωρη (ή μήπως εννεάωρη) «Ορέστεια» στα αττικά νταμάρια, ο θεσμός των ΔΗΠΕΘΕ που έφερε το θέατρο στην επαρχία (συνδέοντας το ΠΑΣΟΚ με τον Μπρεχτ, περισσότερο ως ανέκδοτο παρά ως θεατρική διαπαιδαγώγηση) και, φυσικά, την απόλυτη κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ. «Μόνο ΠΑΣΟΚ, τίποτ’ άλλο», όπως είναι και το μότο της σατιρικής εκπομπής «Ο,τι να ’ναι» του ΣΚΑΪ.

Η δεκαετία του ’80 ασφαλώς και δεν είναι κάτι ενιαίο. Εξαρτάται σε ποια ηλικία τη βίωσε κανείς, αν ήταν 10, 20, 30 ή 40 χρόνων. Εξαρτάται και από το πώς θα την αναπαριστούσε κανείς δημιουργώντας, ο καθένας χωριστά, το δικό του, προσωπικό μουσείο από εικόνες, φράσεις, ήχους, συνθήματα, ενθυμήματα. Τι μας προσκαλεί σε αυτήν την –ας πούμε– αναπόληση; Η έκθεση «Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη», σε συνεργασία με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, ιδρύματα, ινστιτούτα, πανεπιστήμια, ενώσεις συλλεκτών, περιοδικά, εφημερίδες και αρχεία συγκροτημάτων Τύπου, που θα διοργανωθεί αρχές του 2017 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων με επικεφαλής δύο καθηγητές (του ΑΠΘ και του ΕΚΠΑ), τους Βασίλη Βαμβακά και Παναγή Παναγιωτόπουλο. Οι ίδιοι έχουν επιμεληθεί και το λεξικό «Η Ελλάδα τη δεκαετία του ’80», που επανακυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια.

Η επικείμενη έκθεση είναι (και θα είναι) αφορμή για διάφορες σκέψεις και δόκιμους ή αδόκιμους συνειρμούς. Η αναδρομή είναι, κατά κανόνα, διφυής: από τη μία, ένας πρόσφορος τρόπος να δούμε τον εαυτό μας, τον οποίο και «βρίσκουμε» πιο εύκολα στο παρελθόν παρά στο παρόν· από την άλλη, επιβεβαιώνεται αυτή η αργόσυρτη και βαθιά μεταβολή της πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας στη συγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού – και όχι μόνο φαντασιακού. Πιο συγκεκριμένα: πόσο η σημερινή κυβέρνηση της «πρώτης φοράς» έχει τις ρίζες της στο πολιτικό θερμοκήπιο εκείνης της δεκαετίας; Πόσο ο νομιμοποιημένος λαϊκισμός, η δημαγωγία, η τερατώδης εκδοχή του «αυριανισμού» ανιχνεύονται στη συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Σε συνέντευξή τους πριν από δύο χρόνια οι Π. Παναγιωτόπουλος και Β. Βαμβακάς απαντούν στο ερώτημα «αν η δεκαετία του ’80 ήταν το υπόστρωμα για πολλές από τις σημερινές παθογένειες»: «Π.Π:. Υπάρχουν δύο μεγάλες τάσεις, η μία είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Αντρέας κατέστρεψαν την Ελλάδα, και η άλλη ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτήν ακριβώς τη χρυσή εποχή που τα είχαμε όλα… και λόγια σοσιαλιστικά και απολαύσεις καπιταλιστικές! Εμείς πολιτικά πια ξέρουμε ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο έχει νόημα (…) Επίσης, θεωρούμε ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Αντρέας δεν κατέστρεψαν την Ελλάδα, απλώς αναπαρήγαγαν και αναδιπλασίασαν τις παθολογίες, τα παθολογικά χαρακτηριστικά –σε εισαγωγικά παθολογικά– και τα επέκτειναν». Β.Β.: «… Η διγλωσσία, που είναι το κοινό χαρακτηριστικό που αποδίδεται στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΠΑΣΟΚ του παρελθόντος, είναι επικίνδυνη και για έναν ακόμα λόγο: ότι εάν πράγματι είναι διγλωσσία και αποδειχτεί ότι τελικά όλα αυτά που λένε δεν τα εννοούν –όπως λίγο πολύ έκανε και ο Παπανδρέου στο παρελθόν– κάποια από αυτά τα επαναστατικά που τα σχετικοποίησε, υπάρχει σήμερα ένας πυρήνας ανθρώπων –που είναι μέσα κι έξω από το ΣΥΡΙΖΑ– που τα πιστεύει πάρα πολύ και δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα αντιδράσει. Δηλαδή, ενώ ο κεντρογενής κατά βάση πληθυσμός του ΠΑΣΟΚ στο παρελθόν μπορεί και να ανεχόταν αυτές τις διγλωσσίες και την αλλαγή πολιτικής από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, τώρα, δεν είναι τόσο σίγουρο ότι θα το κάνει». («AthensVoice» 26/11/ 2014).

Δύο χρόνια αργότερα (αρχές του 2016), με την κρίση να έχει, με τη σειρά της, εξίσου «αναδιπλασιάσει παθολογικά χαρακτηριστικά», μια έρευνα της «διαΝΕΟσις» (μη κερδοσκοπικού οργανισμού έρευνας και ανάλυσης) για το «τι πιστεύουν οι Ελληνες» φέρνει στην επιφάνεια αντινομίες, ριζοσπαστικοποίηση, αντισυστημική ρητορική, «ασύμπτωτη» συνύπαρξη μιας φιλελεύθερης κοινωνικής αντίληψης με μια επενδυτική ξενοφοβία και ανεπτυγμένη ρωσοφιλία. Οι νέοι, ηλικίας 18 – 24, οι οποίοι πρακτικά δεν έχουν γνωρίσει την Ελλάδα χωρίς κρίση, εμφανίζουν έναν οξυμένο αντιευρωπαϊσμό και μια φαινομενική απόρριψη του κόσμου στον οποίο ζουν, χωρίς ωστόσο να αυτονομούνται αξιακά από τη γενιά των γονιών τους. Αποδίδουν την κρίση στην Ευρωπαϊκή Ενωση –όπως και οι μεγαλύτεροι–, είναι αρκετά απογοητευμένοι, νιώθουν έντονα ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε παρακμή και εμφανίζονται απροσδόκητα ρωσόφιλοι, σε ένα από τα πιο θεαματικά συμπεράσματα της έρευνας. Το 75% των νέων είναι υπέρ του ευρώ. Ταυτόχρονα, το 75% των νέων δηλώνει ότι είναι καλύτερα να συμπορευτούμε με Ρώσους, Κινέζους ή Αμερικανούς και ταυτόχρονα το 70% υποστηρίζει ότι πρέπει να μείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η έρευνα περιέγραψε μια γενιά που αποδέχεται με αφηρημένους όρους τη φιλελεύθερη οικονομία αλλά αναζητεί την κρατική εργοδοσία, επιβιώνει μέσα σε στενούς οικογενειακούς δεσμούς, αμφισβητεί την πολιτική εξουσία και τους θεσμούς (ως αναποτελεσματικούς) και διακρίνεται από έναν ισχυρό ατομικισμό.

Η «διγλωσσία» της δεκαετίας του ’80 μοιάζει να είναι κληρονομική. Αποδίδεται στην πολιτική εξουσία αλλά επιβιώνει με πολλές μορφές: αναδιπλασιάζεται στις αντιφάσεις, αποστρέφεται την ευθύνη, συνδιαλέγεται με τις αυταπάτες, τροφοδοτείται από τις θεωρίες συνωμοσίας, θεμελιώνεται στην προπαγάνδα και στα συνθήματα, στοχοποιεί την αντίθετη άποψη, την κριτική αποτίμηση, την αμφιβολία.