ΑΠΟΨΕΙΣ

«Δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής» – εσύ μπορείς;

Ξυπνάς νωρίς για να τα προλάβεις όλα. Βάζεις και λίγη μουσική, ακούς το «Δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής» και, γεμάτος αισιοδοξία, ξεκινάς. Είναι ακόμη νωρίς το πρωί και έχει λίγη δροσιά. Η μετάβαση στο κέντρο αποδεικνύεται μια πολύ τολμηρή υπόθεση. Εκτός από την αναγκαστική χρήση του δικού σου μέσου μεταφοράς, έχεις ν’ αντιμετωπίσεις τους άλλους οδηγούς και τον τρόπο συμπεριφοράς τους. Για φλας ούτε κουβέντα να γίνεται. Λέξη ξεχασμένη και πράξη απαγορευμένη. Είτε εντός Αθήνας είτε εκτός, είναι το ίδιο. Μηχανές να μαρσάρουν, προκειμένου να βρουν χώρο να περάσουν και κάποιοι να σε αγριοκοιτούν γιατί δεν τους άφησες να προσπεράσουν αντικανονικά.

Κάνεις υπομονή, προσπαθείς να χαμογελάς και όλοι σε κοιτούν περίεργα. Αλλωστε, παρακάτω, θα υπάρχει τροχονόμος. Πουθενά η τροχαία. Κάπου αλλού θα ‘ναι απασχολημένοι και πιο χρήσιμοι.
Χιλιάδες οι αποσπασμένοι σε υψηλά πολιτικά πρόσωπα και λοιπούς επιφανείς, γκλαμουράτους της show business. To ξεπερνάς κι αυτό, με τη σκέψη ότι τα πρόσωπα αυτά χρήζουν περισσότερης προστασίας. «Σκάσε, λοιπόν, και κολύμπα», που λέγαμε μικροί. Και χαμογέλα επιπροσθέτως.

Πλησιάζεις στον προορισμό σου, μετά μία και πλέον ώρα, και ψάχνεις να βρεις επιτρεπόμενο χώρο στάθμευσης. Υστερα από μικρή περιπλάνηση, τα καταφέρνεις και αισθάνεσαι πολύ τυχερός. Το χαμόγελο δεν σου λείπει. Κάνεις από μέσα σου τον σταυρό σου και προχωράς.

Τώρα έχεις ν’ αντιμετωπίσεις τα μηχανάκια στο πεζοδρόμιο, τα τραπεζοκαθίσματα και τα αυτοκίνητα ακόμη και διπλοπαρκαρισμένα, σε βασικούς οδικούς άξονες. Μαγαζιά κλειστά και τ’ ανοιχτά άδεια.

Δύσκολο το έργο του πεζού στην Αθήνα, σκέπτεσαι, αλλά η έλλειψη αστυνόμευσης είναι δικαιολογημένη…. Προστατεύουν τηλεπερσόνες, χωρίς να ξέρουμε από ποιους. Προφανώς από τους θαυμαστές τους, και έτσι βρίσκω άλλον ένα καλό λόγο να αισιοδοξώ.

Συνεχίζω να χαμογελώ. Και πάλι με παρατηρούν περίεργα. Χωρίς να ξέρω γιατί. Βγάζω ένα καθρεφτάκι που έχω μαζί μου, με μια χτένα, κοιτάζομαι, και δεν βλέπω κάτι περίεργο και προχωρώ προσεκτικά για να μην σκοντάψω σε χαλασμένο πεζοδρόμιο, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τα άλλα εμπόδια.

Συνεχίζω ευτυχής που ολοκλήρωσα και την οδοιπορική μου περιπέτεια. Πηγαίνω στην τράπεζα. Χρόνος αναμονής σαράντα πέντε λεπτά.

Ερχεται η ώρα της εφορίας. Στον έναν όροφο είναι μια υπάλληλος που προσπαθεί απεγνωσμένα να εξυπηρετήσει, χωρίς να τα καταφέρνει. Για μια απλή υπογραφή, θα πρέπει να ανεβείς στον κ. διευθυντή να προσυπογράψει, ο οποίος κ. διευθυντής σε ξαναστέλνει κάτω για διευκρινίσεις και ξανά πάνω για δεύτερο έλεγχο.

Χρόνος αναμονής μία ώρα. Αισθάνομαι τυχερός για μία ακόμη φορά και προσπαθώ να χαμογελάσω, όταν κάποιοι από τους λοιπούς συνταλαιπωρούμενους μου λένε «είστε βέβαιος ότι τελειώσατε;». Φεύγω γρήγορα. Σκέφτομαι ότι η έλλειψη προσωπικού στις δημόσιες υπηρεσίες πιθανώς οφείλεται στο ότι πολλοί είναι αποσπασμένοι σε υπουργούς, βουλευτές, κόμματα, κ.λπ. και ηρεμώ. Θεάρεστο και εθνικό το έργο τους.

Τελείωσα τις δουλειές μου, παρά τα προβλήματα που δικαιολογημένα, λόγω ανωτέρας βίας, υπήρξαν, και συνεχίζω την ωραία περιπέτειά μου. Εχει ήδη μεσημεριάσει για καλά. Ολη η πόλη ένα ραχάτι. Δουλειά, άλλωστε, δεν υπάρχει. Καιρός για επιστροφή.

Αφού ταλαιπωρήθηκα λίγο, διότι η μια οδός που ήταν άνοδος έγινε κάθοδος, για να μην ενοχλείται ο κυρ Γιάννης, όπως πληροφορήθηκα, συνέχισα. Τα σαμαράκια δεν μ’ ενοχλούν πλέον, τα συνήθισα, όπως και να σταματούν οι οδηγοί όπου θέλουν, όποτε θέλουν και όσο θέλουν. Ακόμη και τα κορναρίσματα μου φάνηκαν μελωδικά. Τελικά κάποια στιγμή επέστρεψα. Είχε πάει απόγευμα πλέον.

Με μία έκφραση περίεργη, όχι ακριβώς χαζή, όπως τη χαρακτήρισε η γυναίκα μου. Ανησύχησε. Υστερα από λίγο κάλεσε τον γιατρό. Τον παθολόγο, και αυτός κάλεσε τον ψυχολόγο, που αποφάνθηκαν τελικά ότι πάσχω από μια ενδημική στη χώρα ασθένεια, τη συριζοπληξία, που τα βλέπει όλα πολύ ωραία και θαυμαστά. Εξ ου και το ανεξήγητο χαμόγελο.

*Πρώην πρόεδρος ΔΣΑ.