ΑΠΟΨΕΙΣ

Η καταστροφή δεν ζυγώνει ποτέ με τ’ όπλο στο χέρι

Η ​​​​καταστροφή δεν ζυγώνει ποτέ με τ’ όπλο στο χέρι. Ερχεται ύπουλα, στις μύτες των ποδιών. Σε κάνει να βλέπεις το κακό στην καλοσύνη και το καλό στην ασχήμια». Δεν ξέρω αν το «Battlefield», η τελευταία παράσταση του Πίτερ Μπρουκ, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως θέατρο ακόμη και με τον ορισμό του ίδιου του σκηνοθέτη πως, όταν ένας άνθρωπος διασχίζει ένα χώρο ενώ ένας άλλος τον κοιτάζει, «αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται το θέατρο για να ξεκινήσει». Βυθισμένος στην εσωτερική σιωπή και σε μια απλότητα που μηδενίζει κάθε έκφανση θεατρικότητας, επενδύει μάλλον σε ένα θεατή που διαλογίζεται παρά που συμμετέχει ενεργά στα επί σκηνής δρώμενα. Η χρήση της λέξης «δρώμενα» είναι εντελώς καταχρηστική για την περίσταση, μιας και οι επί σκηνής τέσσερις ηθοποιοί δεν δρουν· αφηγούνται, κάνοντας τις στοιχειώδεις κινήσεις.

Κι εδώ παρεμβαίνει το μέγεθος της τέχνης του μεγάλου δημιουργού. Ο πειραματισμός του με το απόλυτο, η ανάγκη του να οδηγήσει το θέατρο στο ελάχιστο δυνατό, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο.

Το «Battlefield» είναι η πυκνή εκδοχή (περίπου μιάμιση ώρα) της εννιάωρης θρυλικής «Μαχαμπαράτα» του 1985. Ο 91χρονος Μπρουκ είναι ήδη μέρος της ιστορίας του θεάτρου του 20ού αιώνα, μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες. Διαμόρφωσε, όσο ελάχιστοι, τη δική του «γλώσσα», διερευνώντας έννοιες όπως η αφαιρετικότητα και η λιτότητα, μετακινώντας διαρκώς όρια και αντοχές.

Η μεγάλη παρένθεση για να επανέλθουμε στην αρχική φράση, από το κείμενο της παράστασης, διασκευασμένο από τον ίδιο τον Μπρουκ και τη συνεργάτιδά του Μαρί-Ελέν Ετιέν. Πόσο η έννοια της καταστροφής αλλάζει στον χρόνο;

Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι το «Μαχαμπαράτα» είναι έργο συλλογικό και δημιουργοί του είναι διάφοροι συγγραφείς από τον 4ο ή 8ο αιώνα π.Χ. έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Αρχίζει στο τέλος ενός εξοντωτικού πολέμου, ανάμεσα στα εκατό αδέλφια Kaurava, στον οποίο σκοτώνονται εκατομμύρια πολεμιστές. Ομως ο πόλεμος δεν είναι παρά η αφορμή για να αναρωτηθούμε για το «μετά». Οταν το πεδίο της μάχης είναι γεμάτο πτώματα και ο νικητής ταλανίζεται από τύψεις. Ενα κείμενο γεμάτο παραβολές, σοφούς που γνωματεύουν, διφορούμενες απαντήσεις, το «διά ταύτα» του μύθου περιστρέφεται γύρω από τα ανακυκλούμενα ερωτήματα της ύπαρξης. Η πραότητα της διατύπωσης δεν συρρικνώνει τις αλήθειες· αντιθέτως, αναδύονται με σαφήνεια και καθώς εκστομίζονται φωτίζουν την πραγματική διάσταση. Βοηθούν όχι γιατί προτείνουν λύσεις, αλλά γιατί συμφιλιώνουν, ξεκαθαρίζουν, ισορροπούν. Παρηγορούν, βρίσκουν τον τρόπο να περιγράψουν το αδιαπραγμάτευτο: πράγματι, «η καταστροφή δεν ζυγώνει ποτέ με τ’ όπλο στο χέρι». Πόσο πιο καίρια μπορεί να μιλήσει κανείς για τον δημόσιο βίο; «Σε κάνει να βλέπεις το κακό στην καλοσύνη και το καλό στην ασχήμια».

Ο κριτικός των New York Times Μπεν Μπράντλεϊ έγραψε ότι το «Battlefield» «είναι βυθισμένο στην αντιλαλούσα σιωπή που ακολουθεί το τέλος ενός κόσμου, όπου κανένας δεν ξέρει πώς να προχωρήσει παρακάτω».

Κάπως έτσι. Δεν είναι ότι ο κόσμος βαδίζει στα τυφλά, είναι ότι η συνθετότητα και η σφοδρότητα των προβλημάτων γεμίζουν την κοινωνία με αδιέξοδα και την πολιτική με γρίφους. Το επόμενο βήμα μιμείται το προηγούμενο, αλλά τίποτα δεν μοιάζει με το «πριν». Τα εργαλεία κατανόησης δεν επαρκούν, ο αυταρχισμός κερδίζει έδαφος γιατί δίνει «διεξόδους». Ποιος σκέφτεται ότι αυτή η «διέξοδος» είναι σαν σώμα χωρίς τα μέλη του, ακρωτηριασμένο, εφιαλτικά καθηλωμένο, η καταστροφή που έρχεται σιωπηλά και αθόρυβα;

Ο Πίτερ Μπρουκ περιγράφει το τοπίο μετά τη μάχη. Τη σιγή εκείνη που υποδεικνύει ότι αυτό που υπάρχει, μόνον αν το αντιληφθούμε ως κοινό αίσθημα, μόνον αν το μοιραστούμε, θα μπορέσουμε και να το ορίσουμε. Στην άλλη πλευρά, μαίνονται οι περίκλειστοι μικρόκοσμοι του καθενός, οι απόλυτες αλήθειες, που βρίσκουν φιλόξενη στέγη στους ανερχόμενους εθνικισμούς.