ΑΠΟΨΕΙΣ

Ραντεβού στις… καταλήψεις

Φοιτητές της Νομικής κατέλαβαν τη Σχολή διαμαρτυρόμενοι για την επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά. Φοιτητές του ΑΠΘ κατέλαβαν την πρυτανεία διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες στις φοιτητικές εστίες και το φαγητό. Γονείς κατέλαβαν δημοτικό σχολείο στη Θεσσαλονίκη διαμαρτυρόμενοι για την απουσία δύο δασκάλων. Εχουν ήδη ξεκινήσει οι μαθητικές καταλήψεις στα σχολεία, που κορυφώνονται παραδοσιακά τον Νοέμβριο… (Νοέμβριος του ’90 το πρώτο κύμα, επί Κοντογιαννόπουλου, Νοέμβριος ’98 το δεύτερο, επί Αρσένη, Νοέμβριος 2006 το τρίτο επί Γιαννάκου, και έκτοτε έγινε «έθιμο» που τηρείται ευλαβικά κάθε χρόνο.) Ενώ είναι σχεδόν καθημερινές οι καταλήψεις από διψασμένους για άλλους ορίζοντες σε υπουργεία, δημαρχεία, γραφεία περιφερειών, εφορίες, επιχειρήσεις, δημόσιες επιχειρήσεις, εργατοϋπαλληλικά κέντρα, τηλεοπτικούς σταθμούς, ΧΥΤΑ…, όταν το γνωστό είναι τόσο σκοτεινό όσο και το άγνωστο. Φαινόμενο κοινό και καθόλου νέο (το πανεπιστήμιο είχαν καταλάβει οι φοιτητές π.χ. το 1897 για την απομάκρυνση του καθηγητή Γαλβάνη ή το 1901, στα «Ευαγγελικά», κατά των δημοτικιστών, και το 1911 επίσης υπέρ της καθαρεύουσας), συνήθως αποβαίνει ατελέσφορο ως μέσο επίλυσης διαχρονικών προβλημάτων. Λήγουν ύστερα από μερικές ώρες, ημέρες ή εβδομάδες με πρακτικά μηδενικό αποτέλεσμα, καθώς δύσκολα αποτελούν «εργαλείο» διέγερσης της πολιτικής υπευθυνότητας και της διακομματικής συνεργασίας. Αντίθετα, εγκαταλείπονται με ένα αρνητικό αποτέλεσμα, π.χ., για τους μαθητές που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις χαμένες ώρες στο φροντιστήριο, τους φοιτητές που «ποντάρουν» στις καθηγητικές παραδόσεις. Και συχνά με μεγάλες ζημιές σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Σπασμένα έπιπλα, κατεστραμμένος εξοπλισμός, λερωμένοι τοίχοι, τόσο συχνά που η διαμαρτυρία (ή ο χαβαλές) να μην είναι μια καταδίκη (ή μια ζωογόνος άσκηση ελευθερίας) αλλά μονάχα βανδαλισμός και βία.

Ετσι, το όποιο μήνυμα θολώνει. Και όλοι, αντί να ασχοληθούν με την αιτία της διαμαρτυρίας, περιορίζονται να συζητούν γι’ αυτήν ως εκτροπή, ως συμβάν όπου ευδοκιμούν οι αρνητικές καταστάσεις, ως παθολογία, μόνο για το αν οι καταληψίες κατέστρεψαν ή βρώμισαν τον χώρο, αν έτρωγαν μέσα στην αίθουσα, αν προκάλεσαν και τι καθυστερήσεις στη λειτουργία των υπηρεσιών, το πόσο ταλαιπώρησαν τους πολίτες, και χάνεται το νόημα, ότι στην κοινωνία όλα έχουν σχέση με όλα. Οτι δεν γίνεται η πράξη του ενός να μην έχει επίπτωση στη ζωή κάποιου άλλου και ότι τα δύο προβλήματα –η διαμαρτυρία και η ταλαιπωρία– έχουν κοινή ρίζα. Το κοινωνικό μας σύμπαν, που είναι αποτέλεσμα μιας τάξης και ταυτόχρονα μιας αταξίας (δηλαδή των στοιχείων του απροσδόκητου και του αναπάντεχου –συγκρούσεις, ρήξεις, τυχαία συμβάντα, ανακατώματα, ανατροπές, διαλύσεις– που γεννάνε τις αναγκαίες δυνάμεις ανανέωσης, ώστε να συνεχιστεί η πολυπόθητη εξέλιξη του είδους μας) βρίσκεται σήμερα σε μια αδιέξοδη κυκλική αναταραχή, σε μια σταθερή αρρυθμία. Σε ένα βάλτο, όχι σε ένα ποτάμι που θα ανέτρεπε όλα όσα εμποδίζουν τη βελτίωση του εθνικού «καιρού», την παραγωγική αυθυπαρξία.