ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ποίημα σαν ακρόαμα

Οπως κι αν γράφει τα τραγούδια του ο Μπομπ Ντίλαν και οι υπόλοιποι τροβαδούροι του πλανήτη, πρώτα τους στίχους και κατόπιν τη μουσική ή αντίστροφα, ή, πιθανότερο αυτό, ταυτόχρονα, το εκάστοτε δημιούργημά τους προτείνεται ως εκ γενετής ενιαίο και ως τελεσίδικα αδιάσπαστο. Ετσι το κατανοούμε κι έτσι το νιώθουμε κι εμείς. Κι έτσι το κρίνουμε. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν μουσικοί με ευαισθησία (και κάποιοι επειδή απλώς είδαν συρμό να περνάει κι είπαν ν’ ανέβουν) μελοποιούν ποιήματα διάσημων ή λιγότερο διάσημων ποιητών. Εδώ, όσο ευτυχές κι αν είναι το αποτέλεσμα, ακόμα δηλαδή κι όταν τα δύο μέρη, ποίηση και μουσική, δένουν σε σάρκα μία, η αυτοτέλεια του ποιήματος δεν απαλλοτριώνεται. Το «Πνευματικό εμβατήριο» παραμένει έργο του Σικελιανού (αν και ορισμένοι στις μέρες μας φαίνεται να πιστεύουν ότι γράφτηκε επί ΠΑΣΟΚ και για το ΠΑΣΟΚ), το «Αξιον Εστί» εξακολουθούμε να το διαβάζουμε, εφόσον μας ενδιαφέρει στην ακεραιότητά του, ο Καββαδίας παραμένει σημαντικός ποιητής ανεξάρτητα από την (υπερ)μελοποίησή του κ.ο.κ.

Τη μουσική, κάποια μουσική, την έχει στο νου του και στην άκρη της γλώσσας του ο ίδιος ο ποιητής όταν γράφει, ακόμα και σε ελεύθερο στίχο. Κι ας μην την αποτυπώνει με νότες στο χαρτί. Μολαταύτα, η ακρoαματική διάσταση της ποίησης, που τη διαφοροποιούσε ριζικά από την πεζογραφία εν γένει και ειδικά από τη μυθιστοριογραφία, χάθηκε προ πολλού. Ισως μαζί με τα τελευταία αυθεντικά δημοτικά τραγούδια, δικά μας ή ξένα (δηλαδή, και πάλι, δικά μας, αφού όλα τους αποτελούν κτήμα της ανθρωπότητας εσαεί), στα οποία δεν χωρεί διάκριση μέλους και λόγου.

Δυσκολευόμαστε έτσι να κατανοήσουμε πως οι τροβαδούροι, όπως ο Ντίλαν, έρχονται από πολύ μακριά, από μια εποχή που η διάκριση ποιητές/στιχουργοί δεν είχε το νόημα και την απόλυτη αξιολογική ισχύ που της φορτώνουμε σήμερα, με όλους τους στιχουργούς να θεωρούνται εκ προοιμίου κατώτεροι όλων όσοι φέρουν τον τίτλο του ποιητή. Για να έρθω στα δικά μας, ο Σαββόπουλος (που πολύ σωστά εξετάζεται πλέον φιλολογικά ως μονάδα και της νεοελληνικής ποίησης), με κάποια από τα άλμπουμ του θα αποσπούσε άνετα το κρατικό βραβείο ποίησης, αν βέβαια οι κριτικές μας επιτροπές θεωρούσαν «κανονική» τη συμπερίληψή του στους υποψηφίους. Αλλά και πόσα τραγούδια του Τσιτσάνη ή του Βαμβακάρη δεν είναι εξαιρετικά ποιήματα;

Και στιχουργοί όμως που δεν μελοποιούν οι ίδιοι τους στίχους τους έχουν προσφέρει άψογα ποιήματα, που θα τα ζήλευαν τα μέλη του ποιητικού σογιού, αν το επέτρεπε ο εγωισμός τους. Χωρίς να προχωρήσω στις νεότερες γενιές, μένω στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και στον Κώστα Βίρβο. Αλλά και στον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Να τους σνομπάρουμε σαν παρακατιανούς στιχοπλόκους όσοι τυπώνουμε ποιητικά βιβλία, παρότι τα δημιουργήματά τους κινούν την ψυχή των ανθρώπων επί δεκαετίες, δεν φανερώνει ιδιαίτερο υψηλό δείκτη αυτογνωσίας.