ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια αλληλουχία για την ανάπτυξη

Υπήρχε ένας αυτονόητος και δύο ακόμη σημαντικοί λόγοι για τους οποίους έπρεπε να διασωθούν οι τράπεζες. Ο ένας είναι ότι έπρεπε να διασωθούν οι καταθέσεις: φανταστείτε να πέρναγε η ζημιά, ήδη από την άνοιξη του 2010, σε όσους είχαν χρήματα στην Ελλάδα, όπως το σκέφτονταν πάντοτε οι δραχμιστές και παραλίγο να το «επιτύχει» ο Τσίπρας. Οι τράπεζες έπρεπε να συνεχίσουν να ανανεώνουν τον δανεισμό όσων επιχειρήσεων τα κατάφερναν ακόμη. Επρεπε να διατηρήσουν όσα δάνεια πλήρωναν οι «καλοί» πελάτες και να κρατήσουν «ζωντανά» με ευνοϊκές ρυθμίσεις όσο περισσότερα δάνεια μπορούσαν.

Ο αυτονόητος λόγος είναι ότι οικονομία χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει οικονομία χωρίς χρήμα σε κυκλοφορία. Πλην όμως, οι πολιτικοί μας έφτασαν σχεδόν μέχρι του σημείου να πετύχουν ακόμη κι αυτό: ποιος μπορεί να ξεχάσει την πρόταση αντικατάστασης του ευρώ με «IOU», υποσχετικές που θα μοίραζε το κομματικό κράτος του Γιάνη Βαρουφάκη, δηλαδή κουρελόχαρτα που θα έφερναν πτώχευση, υπερπληθωρισμό και απόλυτο εξευτελισμό των περιουσιών.

Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, με ορίζοντα τριών μηνών, θα επιχειρηθεί κάτι στο οποίο η Ελλάδα και οι σχεδιασμοί των μνημονίων απέτυχαν παταγωδώς μέχρι σήμερα.

Η οικονομία χάνει συνεχώς ρευστότητα και αυτό ισοδυναμεί με έναν οργανισμό που ματώνει. Tον Αύγουστο που πέρασε τα κεφάλαια που τοποθετεί το τραπεζικό σύστημα στον ιδιωτικό τομέα, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά (από τότε που υπάρχει), πέρασαν κάτω από το επίπεδο των 200 δισ. ευρώ. Είχε προσπεράσει αυτό το όριο τον Ιούλιο 2007· μόλις τον Ιανουάριο του 2006 είχε υπερβεί τα 150 δισ., ενώ είχε περάσει μια τετραετία από τότε που τα δάνεια ξεπέρασαν τα 100 δισ. ευρώ. Η πορεία αυτή πρέπει να ανατραπεί. Το τραπεζικό σύστημα πρέπει να ρίξει στην οικονομία νέα ρευστότητα 6 δισεκατομμυρίων, το κράτος πρέπει να βγάλει δοκιμαστικό «χαρτί», δηλαδή νέα ελληνικά ομόλογα, και κάποιοι τολμηροί επενδυτές πρέπει να επενδύσουν, κατά πρώτο λόγο με την αγορά περιουσιακών στοιχείων του κράτους και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος διάσωσης των τραπεζών.

Η αλληλουχία είναι απλή, αλλά οι κίνδυνοι να σπάσει η αλυσίδα αυτών των ευνοϊκών γεγονότων είναι πολλοί και αφορούν κυρίως την ικανότητα και ιδεολογική αντοχή της κυβέρνησης. Προϋπόθεση όλων, όπως το διευκρίνισε ο νέος (μετά το Ταμείο) σύμμαχος και διαμεσολαβητής για την Ελλάδα, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, είναι μια γρήγορη και τολμηρή συμφωνία εφ’ όλης της ύλης με τους ελεγκτές που έπιασαν ήδη δουλειά στην Αθήνα. Αν, επιπλέον, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ενισχυμένος από τον κομματικό θρίαμβο και τον ρεαλισμό που εσχάτως επιδεικνύει, βάλει και το «κερασάκι» στις μεταρρυθμίσεις της δεύτερης αξιολόγησης, φέρνοντας νωρίτερα μνημονιακές ρυθμίσεις της άνοιξης, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα συμβούν τρία πράγματα: μακρόπνοη συμφωνία για το χρέος (υπάρχει ήδη από την 9η Μαΐου, χρειάζεται εξειδίκευση), επανάκαμψη του ΔΝΤ (ίσως και τον Δεκέμβριο) και γρήγορη ένταξη (ακόμη και τον Ιανουάριο) στη νομισματική αναχρηματοδότηση (QE) της ΕΚΤ.

Το σενάριο αυτό θα ενισχυθεί εντυπωσιακά εφόσον: α) Οι καταθέσεις αυξηθούν κατά 3 δισ. μέσα στο 2017. Ηδη τις επόμενες ημέρες θα ανακοινωθεί νέα χαλάρωση των capital controls. β) Οι ρυθμίσεις (με «κούρεμα») ενός 20% των «κόκκινων» δανείων τηρηθούν επί 12 μήνες, προκειμένου οι τράπεζες να τα θεωρήσουν «κανονικά» και να τα προσθέσουν στη διαθέσιμη ρευστότητά τους. γ) Εκδοθεί δοκιμαστικό ομόλογο αναφοράς, με την προϋπόθεση ότι οι τρέχουσες αποδόσεις των ομολόγων πέσουν από το σημερινό 8% σε περίπου 5%. Και δ) να εκδώσουν οι τράπεζες δικά τους ομόλογα, που θα τα αγοράζει η ΕΚΤ και θα εμπλουτίσουν αποφασιστικά την εσωτερική ρευστότητα. Η αλληλουχία αυτή είναι η μόνη που θα βάλει μπροστά την πραγματική επιχειρηματική ανάπτυξη. Γιατί αν είναι να περιμένουμε από το «ελατήριο» του κ. Τσίπρα…