ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ειρωνεία της κρίσης

Ε​​άν η κρίση έχει κάτι θετικό να δείξει είναι η αντοχή των Ελλήνων. Οσο κι αν έχουμε συγκλονιστεί από την πτώχευση, τη λιτότητα, το ολοένα μεγαλύτερο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης, η χώρα είναι αυτή που γνωρίζαμε. Προβλήματα μεγάλα –και προσωπικές τραγωδίες– υπάρχουν, βέβαια, και ο φόβος για το τι θα ακολουθήσει κυριαρχεί. Αλλά η κοινωνία δεν ξεπέρασε τα όριά της.

Οι σχέσεις μεταξύ πολιτών είναι περίπου όπως ήταν και στο παρελθόν· παρότι ακραίες φωνές, που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο, ακούγονται και μέσα στη Βουλή, τα πολλά θετικά της ζωής εδώ έχουν αντέξει.

Το κακό, όμως, είναι ότι δεν έχουμε κάνει βήματα προς το καλύτερο. Ο,τι μας καταδίκασε στη χρεοκοπία και στην εξάρτηση από ξένους όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε μέσα στα χρόνια της κρίσης, αλλά, αντιθέτως, αναπτύχθηκε, απενοχοποιήθηκε, επιβλήθηκε. Γνωρίζουμε όλοι ότι ολέθρια αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος ήταν η έλλειψη συνεννόησης, συνεργασίας και σύνεσης μεταξύ κομμάτων. Το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε η οικονομία ανάγκασε ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία να συνεργαστούν – μεταξύ τους αλλά και με μικρότερες δυνάμεις. Το πείραμα δεν κράτησε, επειδή δεν είχε διάρκεια. Ο κατακερματισμός του Κέντρου, το γεγονός ότι τα δύο έως τότε μεγάλα κόμματα χρεώθηκαν και τη χρεοκοπία και όσα επώδυνα ακολούθησαν, ενίσχυσε μικρότερα κόμματα από τα άκρα του πολιτικού φάσματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία ως κόμμα διαμαρτυρίας με πείρα μόνο στην καταγγελία, στον ακτιβισμό, στις φαντασιώσεις. Η ευκολία με την οποία ο Αλέξης Τσίπρας συνήψε κυβερνητική συμφωνία με τον Πάνο Καμμένο της εθνικιστικής δεξιάς απέδειξε με τον σαφέστερο τρόπο ότι δεν θα έμπαιναν στον κόπο να αναζητήσουν σύνθεση απόψεων που θα οδηγούσε σε ενιαίο και αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα. Η πορεία έδειξε ότι τα δύο ετερόκλητα κόμματα συνυπάρχουν μόνο επειδή χωριστά δεν θα βρίσκονταν στην εξουσία. Και αυτοσχεδιάζουν συνεχώς. Η πρόσφατη περιπέτεια με την Εκκλησία το απέδειξε: στην αρχή ο κ. Τσίπρας κρατούσε αποστάσεις, αφήνοντας τον υπουργό Παιδείας να αναπτύξει «αριστερά» οράματα σε αντιπαράθεση με την Ιεραρχία, επεμβαίνοντας μόνο τη στιγμή που θορυβήθηκε ο κυβερνητικός εταίρος για τη δική του εκλογική πελατεία. Αντί για πολιτική έχουμε διελκυστίνδα συμφερόντων και αυτοσχέδιους τακτικισμούς.

Η κεντρική αντιπαράθεση της πολιτικής δείχνει την άλλη πτυχή της αδυναμίας συνεννόησης. Ενώ τα προβλήματα της χώρας απαιτούν πάνδημη προσπάθεια και ελάχιστο πεδίο συναίνεσης, η κυβέρνηση είναι παγιδευμένη στη νοοτροπία ότι μόνο αυτή ξέρει τι πρέπει να γίνει και ότι βάλλεται αδίκως και με αθέμιτα μέσα. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο παγιδεύονται συνεχώς κυβερνήσεις και κόμματα της αντιπολίτευσης, με τον πόλεμο λέξεων να συντηρεί την ένταση και να αποτρέπει συμβιβασμούς. Ισως η διαχρονικότητα αυτής της αδυναμίας αποδεικνύει ότι η χώρα δεν κατέρρευσε, ώστε να καταλάβουν πολιτικοί και πολίτες ότι η παλιά κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Με τα μνημόνια, η Ελλάδα κρατήθηκε όρθια, αλλά, με τις περικοπές και τις μεταρρυθμίσεις που τα συνόδευαν, εντάθηκαν οι φωνές εναντίον της αλλαγής. Οξύμωρη κατάσταση: τα δάνεια έσωσαν την οικονομία και την κοινωνία, αλλά απέτρεψαν την ευρύτερη κατανόηση ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν.

Ετσι, όσοι υπόσχονταν ότι θα έφερναν πίσω όλες τις πρακτικές του παρελθόντος σήμερα βρίσκονται στην εξουσία. Ενώ αναγκάστηκαν να αλλάξουν πορεία, δεν είδαν την ανατροπή ως αποκάλυψη των αδυναμιών τους και ως ανάγκη απότομης ωρίμανσης, αλλά απλώς ως μια ενόχληση – μια συνεχή ενόχληση, βεβαίως, λόγω των ατελείωτων αξιολογήσεων από τους δανειστές, αλλά αναγκαίο κακό σχετικά με τα αγαθά της εξουσίας. Και όσο δεν τελειώνει το παιχνίδι με την τρόικα, τόσο η κυβέρνηση έχει άλλοθι, μπορεί να καταγγέλλει άλλους για την έλλειψη προόδου στη χώρα. Ετσι πορεύονται: ως κάτοχοι της μόνης αλήθειας, του μοναδικού καλού, καταγγέλλοντας κάθε εμπόδιο ως αντεπίθεση της «συντήρησης», της «ολιγαρχίας», του «κατεστημένου». Εάν αυτό οδηγήσει σε αδιέξοδο, η Ελλάδα θα υποστεί άλλη μία ήττα λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ των κομμάτων – ενώ, με την εφαρμογή της απλής αναλογικής στις μεθεπόμενες εκλογές, θα καταστεί ακόμη πιο αναγκαία η συναίνεση.

Οδηγηθήκαμε στην κρίση επειδή δεν υπήρχε κουλτούρα συνεννόησης στην πολιτική. Μετά, οι προσπάθειες διαχείρισης της χρεοκοπίας (από ελληνικές κυβερνήσεις και ξένους δανειστές) απέτρεψαν τα χειρότερα, αλλά απέκλεισαν και την αναγκαία ομολογία ότι απαιτείται συναίνεση για να ορθοποδήσουμε. Ετσι παρατείνεται η κρίση. Ακόμη δεν γνωρίζουμε εάν θα πάμε προς εκτόνωση ή προς επιδείνωση. Ούτε πόσο θα αντέξει ακόμη η κοινωνία.