ΑΠΟΨΕΙΣ

Χρέος: συναίνεση και όχι εκβιασμοί

Π​​ολύ φοβάμαι ότι στην προσπάθεια να ασκηθεί επαρκής πίεση προς τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, ο πρωθυπουργός εμφανίζεται πολύ απρόσεκτος. Σε κάποιο βαθμό, η επανάληψη, σε τόσο περιορισμένο χρονικά διάστημα, τόσο προκλητικά ακραίων τοποθετήσεων, δημιουργεί υποψίες για την ειλικρίνεια του πρωθυπουργού όταν εξηγεί γιατί είναι τόσο σημαντικός ο στόχος για το χρέος. Ο κ. Τσίπρας επανέφερε τα παραπάνω με τις τελευταίες τοποθετήσεις του τις προάλλες στο κομματικό συνέδριο, προχθές στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, χθες στην Ευρωμεσογειακή Διάσκεψη των ευρωπαϊκών ΟΚΕ (Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή).

Ο πρωθυπουργός υπογραμμίζει, σε έντονο ύφος, πως «τώρα είναι η ώρα και οι πιστωτές μας να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους –όπως έκανε η Ελλάδα– για να καταλήξουμε σε μέτρα ελάφρυνσης του χρέους έως το τέλος της χρονιάς». Ελπίζω οι «πιστωτές» μας, που τυχαίνει να είναι επίσης οι εταίροι και αυτοί που πλήρωσαν και πληρώνουν για τη διάσωση του ελληνικού κράτους, να κάνουν κάτι καλύτερο από αυτό που ζητεί ο κ. Τσίπρας.

Τι είναι η λύση για το χρέος για την οποία συζητούμε; Τα μέλη της Ευρωομάδας μπορούν να κάνουν το πρώτο βήμα, όπως το περιγράφει η απόφαση της 9ης Μαΐου και να μείνουν σε αυτό. Να περάσουν δηλαδή μικρές αλλαγές σε λήξεις και πληρωμές, έστω με κάποια ανταλλαγή χρεολυσίων. Ηδη άλλωστε ο κ. Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ΕΜΣ, περιμένει ιδέες από μεγάλους επενδυτικούς οίκους και είναι πιθανόν να δούμε την περίφημη Goldman Sachs να φέρνει λύση για το χρέος, όπως είχε άλλωστε κάνει και το 2002.

Πλην όμως, ο πρωθυπουργός κάνει το ίδιο λάθος με αυτό που έκανε ο κ. Βαρουφάκης το 2015. Απειλεί τους Ευρωπαίους ότι «αν δεν δώσουν το χρέος», η Ελλάδα θα μετατραπεί σε ακόμη ένα πρόβλημα σε μια πολύ δύσκολη χρονιά για την Ευρώπη. Είπε συγκεκριμένα: «Ενόψει μιας εκλογικής χρονιάς, όπως είναι το 2017, για κρίσιμες ευρωπαϊκές χώρες, κανείς δεν θα επιθυμούσε να μετατραπεί η συζήτηση του ελληνικού χρέους σε προεκλογικό όπλο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς», εξηγώντας μάλιστα ότι «αυτό θα συμβεί εάν η ρύθμιση αυτής της εκκρεμότητας της συμφωνίας αναβληθεί για το β΄ εξάμηνο του 2017». Γνωρίζουμε πού φτάσαμε με εκείνες τις «απειλές»· δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρεθούμε και πάλι σε παρόμοιες δυσκολίες.

Η υποψία ότι ο κ. Τσίπρας δεν είναι αποφασισμένος να κάνει το σωστό πράγμα, έστω και τώρα, ενισχύεται από τις βολές εναντίον του κ. Μητσοτάκη, τον οποίο κατηγορεί ότι «δέχεται να ανταλλάξουμε πιθανώς μικρότερα πλεονάσματα στο μέλλον με ακόμη πιο σκληρές και βάναυσες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικό κράτος». Ποτέ η αξιωματική αντιπολίτευση δεν ισχυρίστηκε κάτι παρόμοιο, επομένως ο πρωθυπουργός επιλέγει να είναι ανακριβής, απλώς και μόνον για να καταστρέψει την όποια πιθανότητα σύμπτωσης στο πραγματικά εθνικό ζήτημα μιας ταχείας αναδιοργάνωσης του χρέους.