ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βυζαντινό «πέτασον! πέτασον!» σήμερα

Το περιστατικό, που το καταγράφει ο Φαίδων Κουκουλές στο μνημειώδες έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», σημειώθηκε στο Βυζάντιο τον 12ο αιώνα. Υπάρχει εντούτοις λόγος, θλιβερός και ντροπιαστικός, να μνημονευτεί ακόμα μία φορά: «Επί Μανουήλ του Κομνηνού ήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν ο σουλτάνος του Ικονίου Γιακούμπ-Χασάν, προς τιμήν του οποίου ο βασιλεύς διωργάνωσεν ιπποδρομιακούς αγώνας. Εν τω ιπποδρόμω καθημένου και θεωρούντος του σουλτάνου, εις συμπατριώτης του ανέλαβε να διέλθη κατά μήκος τον ιππόδρομον ιπτάμενος. Ανελθών λοιπόν επί του οβελίσκου και φέρων φόρεμα μακρόν του οποίου δι’ ελαστικής στεφάνης είχε κυκλικώς ευρύνει την ποδέαν, ανέμενε την κατάλληλον του ανέμου πνοήν, ίνα ριφθή εις το κενόν. Ο αναμενόμενος όμως άνεμος δεν εφύσα και ο λαός ασχάλλων τού εφώναζε: “Πέτασον, πέτασον”. Επί τέλους ο δυστυχής απεφάσισε να κάμη το θανάσιμον πήδημα, πεσών όμως εις το έδαφος, συνετρίβη».

Δεν ήταν θανατολάγνοι οι Βυζαντινοί θεατές, είχαν περάσει άλλωστε κάποιοι αιώνες από τη ρωμαϊκή αρένα της απόλυτης κτηνωδίας και είχε μεσολαβήσει ο χριστιανισμός. Ούτε κανίβαλοι ήταν. Από ένα μείγμα αδημονίας και βαρεμάρας όμως, και για να κάνουν την πλάκα τους, προκάλεσαν ένα θάνατο. Ισως διευκολύνθηκαν και από το γεγονός ότι ο ακροβάτης ήταν αλλοεθνής.

Ούτε στην πόλη Σμελν της γερμανικής Θουριγγίας κυκλοφορούν θανατολάγνοι και ανθρωποφάγοι. Κανονικοί άνθρωποι ζουν. Τυπικοί Ευρωπαίοι. Χριστιανοί στην πλειονότητά τους. Βλέποντας όμως ένα προσφυγόπουλο ανεβασμένο στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας, να δείχνει πως θέλει να πέσει να σκοτωθεί, αδημόνησαν. Κάποια στιγμή βαρέθηκαν. Τουλάχιστον οι πιο βιαστικοί. Ή οι πιο αδιάφοροι για την ξένη μοίρα, δηλαδή περίπου όσοι αποτελούν σήμερα τον «ευρωπαϊκό μέσο όρο». Και είπαν να επιταχύνουν τη μικροϊστορία, συν τοις άλλοις για να καταγράψουν με το κινητό τους «ένα πραγματικά συγκλονιστικό γεγονός». Αρχισαν λοιπόν να φωνάζουν «πέσε! πέσε!», «άντε πια, πήδα!» και λοιπά φιλάνθρωπα. Και το παιδί από τη Σομαλία, ετών δεκαεφτά, έπεσε, ή επειδή το είχε αποφασίσει ή επειδή το καταπόντισε στην απόγνωση η ανθρωποκτονική αναλγησία των θεατών. Και σκοτώθηκε.

«Επασχε από κατάθλιψη», είπαν εκ των υστέρων οι ειδικοί, απαλλάσσοντας μερικώς όσους εκβίασαν ένα θάνατο, έστω κι αν φαινόταν (μόνο φαινόταν) προδιαγεγραμμένος. Δεν τους απάλλαξε όμως ο δήμαρχος της πόλης, σώζοντας (μερικώς και αυτός) την τιμή της πόλης: «Αν κάποιος αντιμετωπίζει ένα συμβάν σαν κι αυτό», δήλωσε, «σαν να παρακολουθεί ταινία, κι αν επιπλέον σκεφτεί ότι πρέπει να το ενθαρρύνει κιόλας, είναι μια απίστευτη πράξη».

Τυπικά, με την αυτοκτονία του Σομαλού εφήβου η ανθρωπότητα έχασε μόλις ένα μέλος της. Επί της ουσίας, έχασε κι όλους τους κακόψυχους θεατές –σκηνοθέτες μάλλον– του θανάτου του. Ειδικά η Ευρώπη μπορεί να παραμείνει περήφανα καθηλωμένη στη φαντασίωση της ανωτερότητάς της.