ΑΠΟΨΕΙΣ

Αιμοδότες και πενθούντες

Α​​λήθεια, πόσες μέρες άδεια πήρατε το καλοκαίρι; Το ερώτημα είναι, μάλλον, ρητορικό για όσους εργαζόμαστε σε ιδιωτικές εταιρείες. Διότι είναι, βέβαια, κοινό μυστικό ότι ειδικώς τα χρόνια της κρίσης ουδείς αποτολμά να πάρει την άδεια που τύποις δικαιούται. Οι περισσότεροι λείπουμε δύο, άντε το πολύ, τρεις εβδομάδες το καλοκαίρι (και κατά κανόνα όχι σερί), προσπαθώντας να «κολλήσουμε» και κάποιες μεμονωμένες μέρες στα Σαββατοκύριακα. Το ίδιο ελπίζουμε –και δεν είναι πάντα εφικτό– να κάνουμε και τα Χριστούγεννα για να βγει το πολύ άλλη μία εβδομάδα ξεκούρασης (λέμε τώρα) μαζί με τις αργίες.

Τι εννοώ με απλά λόγια; Οτι όσοι, ας πούμε, εργαζόμαστε πάνω από 20 χρόνια σε μια ιδιωτική εταιρεία και δικαιούμαστε να λείψουμε 25-30 μέρες (δηλαδή ακόμη και έξι εβδομάδες) απλά χαμογελάμε και μόνον στο ενδεχόμενο να τις ζητήσουμε από τον εργοδότη μας. Οχι γιατί τον φοβόμαστε. Αλλά, γιατί απλούστατα έχουμε πλήρη συναίσθηση της κατάστασης που ζει η χώρα και μαζί της η εταιρεία που δουλεύουμε. Αλλωστε και να θέλαμε να λείψουμε περισσότερο, ντρεπόμαστε τους συναδέλφους μας. Διότι γνωρίζουμε ότι κάθε φορά που απουσιάζουμε, εκείνοι βέβαια θα «χωθούν» να κάνουν την δική μας δουλειά, εκτός από τη δική τους. Πολύ περισσότερο, όταν στις περισσότερες εταιρείες, για λόγους προφανείς, έχουμε τα τελευταία χρόνια λιγοστέψει και οι εναπομείναντες αισθανόμαστε και τυχεροί που έχουμε ένα μισθό στα τέλη του μήνα.

Θα αναρωτιέστε τι με έπιασε ξαφνικά να γράφω τόσο αυτονόητα πράγματα. Ο λόγος είναι ότι βγήκα από τα ρούχα μου όταν διάβασα το νέο «Σύστημα Κινητικότητας στη Δημόσια Διοίκηση» που ψηφίστηκε την εβδομάδα που πέρασε. Διότι αντί να διορθώσει, όπως θα περίμενε κανείς, τις απίστευτες στρεβλώσεις που υπάρχουν μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τις επέτεινε. Το έμαθα από φίλη, που μου είπε ότι στο υπουργείο που εργάζεται πανηγύριζαν όταν έμαθαν ότι πέρασε ακόμη και η νέα άδεια 4 ημερών που διεκδικούσαν κατ’ έτος οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν αρρωσταίνουν τα παιδιά τους!

Κάπως έτσι μου προκλήθηκε η περιέργεια να αναζητήσω πόσες εργάσιμες μέρες μπορούν ακόμη και σήμερα να λείπουν νομίμως από τις υπηρεσίες τους (και να τις πληρώνονται) οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο. Και, ω του θαύματος, βρήκα επιτέλους την απάντηση στο ερώτημα που έχουμε όλοι, όταν επισκεπτόμαστε μια δημόσια υπηρεσία και απορούμε πώς τα καταφέρνουν να μη βρίσκονται ποτέ όλοι στις θέσεις τους.

Εχουμε και λέμε λοιπόν: Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν νόμιμη άδεια 25 μέρες τον χρόνο και 4 μέρες γονικής άδειας. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Οτι μπορούν νομίμως να μην πηγαίνουν καθόλου στη δουλειά τους –και να πληρώνονται βέβαια– όταν τα παιδιά τους π.χ. παίρνουν τον έλεγχο στο σχολείο τους. Εξυπακούεται δε, ότι όσοι έχουν δύο παιδιά ατύπως διπλασιάζουν αυτές τις μέρες, λείποντας χαλαρά 8 μέρες για… τους μαθητικούς ελέγχους.

Σε αυτές προστέθηκαν τώρα και άλλες 4 μέρες που ψήφισε ο νέος κώδικας όταν αρρωσταίνουν τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ επιπλέον 2 μέρες νόμιμης και πληρωμένης άδειας έχουν όλοι οι εργαζόμενοι κάθε φορά που αποφασίζουν να δίνουν αίμα. Την πρώτη λείπουν για την αιμοδοσία και την επομένη προφανώς για να αναπαυθούν από την επώδυνη διαδικασία. (Παρεμπιπτόντως σημειώνεται ότι ιατρικά επιτρέπεται να γίνεσαι αιμοδότης ανά τρίμηνο).

Στην περιγραφείσα άδεια (που χαλαρά φτάνει τις 40 μέρες), πρέπει βέβαια να προστεθεί και η περιβόητη δυνατότητά τους να μην πληρωθούν τις υπερωρίες τους και να τις πάρουν ως ρεπό. Ο νόμος εξακολουθεί να τους επιτρέπει να παίρνουν επιπλέον άδεια 15 μέρες τον χρόνο, για να ξεκουράζονται από τις υπερωρίες, και εννοείται στη διάρκειά τους να εισπράττουν τον κανονικό μισθό τους.

Υπάρχουν τέλος και τα έκτακτα. Και δεν εννοώ τη χαρά του γάμου (άδεια 5 μέρες) ή της εγκυμοσύνης (9 μήνες) αλλά και των θλιβερών γεγονότων. Στο Δημόσιο ακόμη και σήμερα, αν χάσεις συγγενή Β΄ βαθμού, δηλαδή παππού, γιαγιά, γαμπρό, νύφη ή ακόμη και κουνιάδο, δικαιούσαι 3 μέρες άδειας για να τον κλάψεις με την ησυχία σου.

Ξέρω ότι κάποιοι θα με κατηγορήσουν σήμερα ότι έπεσα θύμα της μόδας του κοινωνικού αυτοματισμού. Πρόκειται γι’ αυτούς που ύστερα από επτά χρόνια κρίσης ακόμη δεν έχουν πάρει χαμπάρι την ολοένα και εντεινόμενη οργή που νιώθουν οι ιδιωτικοί υπάλληλοι. Οργή που είναι θέμα χρόνου πια να γίνει έκρηξη όσο η φορολογική τους αφαίμαξη συνεχίζεται, για να διατηρεί η ανερμάτιστη πλειοψηφία που μας κυβερνά τα διαβόητα «κεκτημένα», τα οποία ήταν ήδη εξοργιστικά από την εποχή της αστακομαρονάδας.