ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα

Το 2016 σημαδεύτηκε από αλλαγές που λίγοι περίμεναν στο πολιτικό σκηνικό – παρότι τα προβλήματα σωρεύονταν επί καιρό. Η άνοδος του λαϊκισμού με την επικράτηση του Brexit στην Αγγλία και του Τραμπ στις ΗΠΑ βασίστηκαν στη γενικευμένη αίσθηση δυσφορίας. Επιφανειακά, η δυσφορία είναι δυσεξήγητη: Η Αγγλία και οι ΗΠΑ είχαν ξεπεράσει επιτυχώς την κρίση που κυοφόρησαν το 2007/8, είχαν υγιείς αναπτυξιακούς ρυθμούς και περιορισμένη ανεργία. Το πρόβλημα ήταν ότι πίσω από την ευμάρεια κρύβονταν διαρθρωτικά προβλήματα, άλλα πολυσυζητημένα, άλλα όχι.

Πρώτον, όπως πολλοί επεσήμαναν, έχουμε πλέον νέες τάξεις κερδισμένων και χαμένων. Η αύξηση της παγκοσμιοποίησης έχει επιτρέψει σε τομείς υπηρεσιών υψηλής καινοτομίας να δημιουργήσουν σημαντικό πλούτο, ο οποίος επικεντρώθηκε σε πιο ανεπτυγμένες, εύπορες περιοχές (όπως η Καλιφόρνια ή η Νέα Υόρκη στις ΗΠΑ και η νοτιοανατολική Αγγλία), αφήνοντας άλλες πίσω, ενώ η απο-καθετοποίηση της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση των «παραδοσιακών» μεταποιητικών υπηρεσιών από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές σε άλλες χώρες με χαμηλότερο κόστος εργασίας, στην Ασία και την Κεντρική και Νότια Αμερική. Εξίσου σημαντική όμως είναι και η αλλαγή που έχει επέλθει στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα στις ΗΠΑ και την Αγγλία. Η αύξηση της χρήσης κινήτρων σε ανώτερα και ανώτατα στελέχη με τη χρήση μετοχών και δικαιωμάτων, η έμφαση στην απόδοση της τιμής των μετοχών, και η σταδιακή αλλαγή των αντιλήψεων αναφορικά με τις προτεραιότητες των εταιρειών (που φαίνεται μέσα από την αύξηση επαναγορών μετοχών από τις ίδιες τις εταιρείες) έχει αλλάξει την κατανομή των αποτελεσμάτων. Η σχέση της αμοιβής μεταξύ του μέσου υπαλλήλου και του διευθύνοντος συμβούλου, που είχε διατηρηθεί κάτω από το 30 έως το 1988, έχει εκτιναχθεί στο 295 σήμερα, με κάποιες εταιρείες να ξεπερνούν το 1.500. Η ανάπτυξη που ακολούθησε την κρίση του 2007/8 οδήγησε σε σημαντικά εταιρικά κέρδη, αλλά όχι σε αύξηση των απολαβών των εργαζομένων σε πραγματικούς όρους. Με άλλα λόγια, η εργαζόμενη τάξη είδε τις απολαβές της να περιορίζονται. Τέλος, και πιθανώς σημαντικότερο, η τεχνολογική αλλαγή έχει επιφέρει πλήγμα σε μεγάλες ομάδες εργαζομένων. Η αυτοματοποίηση προχωρά πλέον με γρήγορους ρυθμούς, αλλάζοντας τις ανάγκες όχι μόνον στη γεωργία και τη μεταποίηση, αλλά και στις υπηρεσίες, όπου ολόκληροι κλάδοι βλέπουν αυτοματοποιημένες υπηρεσίες να απειλούν την προστιθέμενη αξία τους. Το αποτέλεσμα αυτών των τριών διαρθρωτικών αλλαγών είναι η δημιουργία αίσθησης αδικίας στο εκλογικό σώμα, όχι τόσο σε όσους είναι στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, όσο σε αυτούς που βλέπουν τις προοπτικές τους να χάνονται.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή έχει και αυτή να κάνει με την τεχνολογία. Η επέκταση του Ιντερνετ και η στροφή των πολιτών σε αυτό για την πληροφόρησή τους επέφερε καίριο πρόβλημα στο επιχειρηματικό μοντέλο των εφημερίδων και των άλλων ΜΜΕ. Με τα έσοδά τους να συρρικνώνονται, τα ΜΜΕ έχουν ολοένα και λιγότερους πόρους να κάνουν αποτελεσματικές έρευνες και να ελέγχουν τους πολιτικούς. Η άνοδος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter επέτεινε το πρόβλημα δημιουργώντας στρεβλωτικά «echo chambers», χώρους στους οποίους επιβεβαιώνει κανείς τις υπάρχουσες απόψεις του, όσο αναληθείς και να είναι. Η αποσάθρωση των ΜΜΕ, η στροφή των πολιτών σε ρηχότερες μορφές ενημέρωσης, και η δυνατότητα μετάδοσης μηνυμάτων χωρίς έλεγχο ήταν το σπίρτο που άναψε τη φλόγα της δυσαρέσκειας που υπέβοσκε. Ο Τραμπ και ο Φάρατζ προϋπήρχαν – χρειάζονταν όμως τις επικοινωνιακές συνθήκες αυτές για να επικρατήσουν. Το 2016 μας έφερε έτσι αντιμέτωπους με αλλαγές που χτίσαμε εμείς οι ίδιοι, στην τεχνολογία, την οικονομία, και τη διοίκησή τους.

Στην Ελλάδα, η (αναμενόμενη) αδυναμία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να βελτιώσουν την οικονομία μάς έφερε αντιμέτωπους με μιαν άλλη πραγματικότητα – του ότι οι λαϊκιστικές ιαχές μπορούν να οδηγήσουν σε εκλογικούς θριάμβους, αλλά ότι συνοδεύονται από μετεκλογική καχεξία. Διαπιστώσαμε, ακόμη μια φορά, ότι η λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν η εκλογή μιας μαξιμαλιστικής κυβέρνησης, και ότι τα παχιά λόγια λίγο έχουν να κάνουν με τις επιδόσεις της κυβέρνησης.

Αν το 2016 ο κόσμος βρέθηκε αντιμέτωπος με την πραγματικότητα, τι μπορούμε να περιμένουμε από το 2017; Αυτό θα εξαρτηθεί από το πώς θα διαχειριστούμε τον λαϊκισμό. Στην Αγγλία, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω του Brexit αλλά και των φυγόκεντρων δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Theresa May εντόπισε την εταιρική διακυβέρνηση ως βασικό πρόβλημα σε άρθρο της στους Financial Times. Στις ΗΠΑ η πολιτική του Τραμπ (του οποίου το Υπουργικό Συμβούλιο κατέχει πλούτο ίσο με αυτόν του φτωχότερου 43% της χώρας) φαίνεται ότι θα επιτείνει τις ανισότητες που του επέτρεψαν να εκλεγεί – καίτοι η πολιτική δημοσιονομικής επέκτασης που προτείνει ίσως επιτρέψει ταχεία, αν και οικονομικά και περιβαλλοντικά επικίνδυνη ανάπτυξη.

Στην Ελλάδα, το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα καταρρεύσει η κυβέρνηση, και εάν όντως φύγει, εάν θα καταφέρει ο κ. Μητσοτάκης να πείσει το παλαιάς κοπής κόμμα του ότι είναι προς το συμφέρον του να τολμήσει βαθιές τομές στο Δημόσιο, και την πελατειακή διάρθρωση της χώρας. Το 2017 θα είναι μια χρονιά στην οποία θα πρέπει, ειδικά στην Ελλάδα, να έρθουμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, την οποία χρόνια δοκιμάζουμε να ξορκίσουμε.

* Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School και είναι Visiting Scholar στη New York Fed.