ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο οργανικός αντιδιανοούμενος

Ο​​σο κι αν τα σκοτεινά πάθη που αναζωπυρώθηκαν κατά τη μακρά προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ προϊδεάζουν ότι η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της υπερδύναμης θα πορευτεί δρόμους ατρίβητους, ο συνδυασμός οικονομικού πραγματισμού, θεσμικών κι εσωκομματικών αντίβαρων κι εγρήγορσης αποτελούν δικλίδες ασφαλείας ικανές –δυνητικά τουλάχιστον– να αποτρέψουν τα χειρότερα. Η πραγματική απειλή βρίσκεται στην ευρεία αποδοχή που έτυχαν αποδεδειγμένα ψευδείς ειδήσεις και αντεπιστημονικοί ισχυρισμοί· πιο συγκεκριμένα, στο κατά πόσον αυτό θα αποτελέσει μια εφήμερη τάση ή ένα σταθερό πολιτικό μοτίβο διεθνώς, ικανό να παράγει «σκληρά» εκλογικά αποτελέσματα.

Ο νέος όρος «μετα-αλήθεια» αναφέρεται στην αναπαραγωγή ψευδών χάριν μιας υποκείμενης «αλήθειας» που υπαγορεύεται από το θυμικό. Για ολοένα περισσότερους, για παράδειγμα, δεν έχει σημασία εάν βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα ο ισχυρισμός ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια συνωμοσία εξυφασμένη στο Πεκίνο για να πληγεί η αμερικανική οικονομία. Καθοριστικό κριτήριο για την αποδοχή του ως «είδησης» είναι η πεποίθησή τους ότι αυτό ισχύει. Λόγω της ευρύτατης χρήσης που γνώρισε στο δημοψήφισμα για το Brexit και στις αμερικανικές εκλογές, το Λεξικό της Οξφόρδης ανέδειξε το «post-truth» σε λέξη της χρονιάς.

Δημόσιες σχέσεις

Οσοι αποστρέφονται τους νεολογισμούς βρίσκουν κι εδώ δικαίωση: τα βασικά γνωρίσματα του φαινομένου είναι υπερβολικά οικεία, εγείροντας το ερώτημα μήπως τελικά αποτελεί μια γνώριμη πρακτική. Από τις αρχές του εικοστού αιώνα και τη γέννησή της στις ΗΠΑ, άρχισε να δεσπόζει ολοένα περισσότερο στη σφαίρα της πολιτικής η βιομηχανία των «δημοσίων σχέσεων» – όρος που επινοήθηκε για να αποφευχθεί ο αρνητικά φορτισμένος χαρακτηρισμός «προπαγάνδα». Ξεπερνώντας από νωρίς την «επίσημη» λειτουργία της ως απλού εργαλείου πολιτικής επικοινωνίας και διαφώτισης της κοινής γνώμης, δεν άργησε να εισέλθει στα εσώτερα δώματα της πολιτικής εξουσίας, αξιώνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη χειραγώγηση της πληροφορίας για την επίτευξη πολιτικών, ενίοτε μικροπολιτικών στοχεύσεων.

Το πνεύμα των «δημοσίων σχέσεων» αφέθηκε να παρεισφρήσει και στη σφαίρα των επιστημών, καθιερώνοντας τη «στρατολόγηση» λόμπι και ειδικών, ακόμα και την παραποίηση επιστημονικών αποτελεσμάτων, ως θεμιτών μέσων επηρεασμού της κοινής γνώμης στον βωμό εμπορικών σκοπιμοτήτων. Για παράδειγμα, έχει καταδειχθεί ότι πολλές από τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες επενδύουν πολλαπλάσια στο μάρκετινγκ απ’ ό,τι στην έρευνα, ενώ ενθαρρύνουν τη χειραγώγηση των αποτελεσμάτων από μελέτες. Ο αρχισυντάκτης του ιστορικού περιοδικού ιατρικής Lancet, Ρίτσαρντ Χόρτον, προειδοποίησε το 2015 ότι «η επιστήμη έχει πάρει μια σκοτεινή τροπή» αφού το ήμισυ της επιστημονικής εκδοτικής παραγωγής είναι πλέον πιθανό να είναι λανθασμένο. Αντίστοιχα, η Μάρσια Εϊντζελ, καθηγήτρια Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και τέως αρχισυντάκτρια του παλαιότερου περιοδικού ιατρικής στον κόσμο, του New England Journal of Medicine, τόνιζε το 2009 ότι «είναι αδύνατον να εξακολουθήσει κανείς να πιστεύει ένα μεγάλο μέρος της κλινικής έρευνας που δημοσιεύεται, ή να βασίζεται στην κρίση ιατρών εγνωσμένου κύρους και σε καθιερωμένους ιατρικούς κανόνες».

Για πολλούς, η χαριστική βολή ήρθε με την οικονομική κρίση, η οποία σηματοδότησε την απομυθοποίηση των τεχνοκρατών και οδήγησε στη μείωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς εν γένει. Το γενικότερο δίδαγμα που εμπεδώθηκε είναι ότι η επιστημονική «αλήθεια» δεν αποτελεί ένα αγαθό που θα πρέπει να περιφρουρείται αλλά μια σχετική και διαφιλονικούμενη έννοια που δεν υφίσταται ανεξάρτητα από πολιτικές ατζέντες, οικονομικά συμφέροντα ή ιδιωτικές απόψεις.

Απόδραση στο παράλογο

Περιγράφοντας τις συνθήκες ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού, ο Γερμανοαμερικανός ιστορικός Φριτς Στερν σημείωσε ότι «η πικρία απέναντι σε έναν απομαγευμένο εκκοσμικευμένο κόσμο βρήκε λύτρωση μέσα από μια εκστατική απόδραση στο παράλογο». Οι σύγχρονοι «δραπέτες» γοητεύονται από έναν καινοφανή αντιδιανοουμενισμό, ανάγοντας την προσωπική τους γνώμη σε κριτήριο υπέρτερο για την αξιολόγηση ενός θέματος απ’ ό,τι τα πορίσματα της επιστήμης ή οι αποφάνσεις τεχνοκρατών. Ετσι, ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που επλήγησαν από την κρίση δεν νιώθει ότι τα συμφέροντά του εκπροσωπούνται από αυτό που ο Αντόνιο Γκράμσι χαρακτήριζε ως «οργανική διανόηση»· αντίθετα, οι νέοι τους συνήγοροι είναι οργανικοί αντιδιανοούμενοι, συνωμοσιολόγοι αρνητές της κριτικής σκέψης και της επιστήμης, οι οποίοι δίνουν μορφή και σχήμα στον περιρρέοντα φόβο και στην ανασφάλεια με την απόδοση όλων των δεινών τους σε μια αποστασιοποιημένη, εγγράμματη «ελίτ».

Οπως έχει επισημάνει ο διαπρεπής ιστορικός Ρίτσαρντ Χόφστεϊντερ, στις ΗΠΑ ο αντιδιανοουμενισμός διατρέχει όλη την νεότερη ιστορία της χώρας έλκοντας την καταγωγή του από τρία διακριτά ρεύματα του 18ου και του 19ου αιώνα. Πρώτον, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό ο οποίος τόνιζε την αξία της πίστης έναντι της επιστημονικής γνώσεως· δεύτερον, τον επιχειρηματικό πραγματισμό που εκθείαζε τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία και τις «πρακτικές γνώσεις» έναντι των λόγιων συγγραφέων και των βιβλίων· τρίτον, την κίνηση υπέρ της ισηγορίας, αποσυνδεδεμένης από την εγγραμματοσύνη και συγκροτημένης αντιστικτικά προς τον πατερναλισμό των φιλελεύθερων «ελίτ». Τα τρία αυτά ρεύματα συναρθρώθηκαν σε μια λίγο ώς πολύ ενιαία κοσμοθεώρηση αντιδιανοουμενισμού που συν τω χρόνω εγκολπώθηκε στοιχεία αυτοχθονισμού, απομονωτισμού και ακραίου συντηρητισμού, κατασταλάζοντας σε μια συνολική απαξίωση του πνεύματος η οποία βρήκε την πληρέστερη έκφρασή της κατά τα τελευταία χρόνια στο «κίνημα του τσαγιού».

Η ελληνική περίπτωση

Στη χώρα μας φύεται ένας υποτονικός αντιδιανοουμενισμός με περιθωριακή προς το παρόν πολιτική απήχηση ο οποίος στερείται δικού του, αυθεντικού παλμού. Δεν γαλακτίστηκε από προνεωτερικά ρεύματα Αντιδιαφωτισμού ή από αντιδράσεις σε κατεστημένα πνευματικά κινήματα, λ.χ. από τις πλούσιες φλέβες αντιλογιοτατισμού του Μεσοπολέμου, οι οποίες ανέδειξαν μείζονες μορφές της Γενιάς του ’30· ούτε ανέτρεξε στη ζώσα ελληνική παράδοση με την έγνοια να αποκατασταθεί η λαϊκή ρίζα στην αισθητική εμπειρία. Αναδύθηκε μονοσήμαντα ως ρητορική εξάρτυση μιας στρατευμένης εναντίωσης στο λερναίο κατεστημένο της μετεμφυλιακής περιόδου: του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, ενός πολυσυλλεκτικού και κατά βάση επείσακτου εργαλείου δημοσίων σχέσεων.

Ανεπίγνωστα για τους θιασώτες του, ο μεταπολιτευτικός λαϊκισμός επιτέλεσε τους σκοπούς μιας ιστορικής διαδικασίας αξεχώριστα συνυφασμένης με το κεντρικό της διακύβευμα, που υπήρξε η εθνική συμφιλίωση. Η λυτρωτική απόδραση της ελληνικής κοινωνίας από τους διχασμούς του Εμφυλίου κληροδότησε, ως παράπλευρο προϊόν, έναν ιδιότυπο αντιδιανοουμενισμό του οποίου τα βασικά γνωρίσματα παραμένουν έως σήμερα αναλλοίωτα. Ελλείψει στιβαρού αισθητικού υπόβαθρου, πολιτικής αντίληψης και αίσθησης της ιστορίας, η εκούσια και μονοκόμματη άρνηση του αυθεντικού μετατράπηκε σε μια ασθενική κατάφαση του κίβδηλου. Ετσι, η αφοριστική απαξίωση σπουδαίων λογίων, καλλιτεχνών και άλλων πνευματικών ανθρώπων ως «αριστερών» ή «δεξιών», συνήθης στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν μετεξελίχθηκε σε μια υπερβατική αποδοχή της δημιουργίας ως αυτοσκοπού. Περιορίστηκε σε μια σταδιακή και πολιτικά ορθή αποκατάσταση των ίδιων των δημιουργών, ως προσώπων, νομιμοποιημένων μέσα από εύπεπτες, παραφθαρμένες εκδοχές του έργου τους. Αυτή η αβαθής «αισθητική» οπτική άνοιξε την κερκόπορτα για την επιφανειακή, «εύκολη» απαξίωση της διανόησης εν γένει.

Ισως σήμερα το φαινόμενο να μη μας είναι τόσο οικείο, όχι όμως επειδή υποχώρησε αλλά ακριβώς διότι έχει ήδη κοχλιωθεί βαθιά στη συλλογική μας συνείδηση. Το γιατί τελεί σε ύπνωση και δεν έχει εκδηλωθεί ανοικτά οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε ιστορικούς παράγοντες, όπως είναι η ανυποληψία στην οποία περιήλθαν τα λόγια ρεύματα Αντιδιαφωτισμού εξαιτίας της πρόσδεσής τους στο άρμα του οθωμανισμού, ή ακόμα στη συνεχιζόμενη ακτινοβολία της αρχαιοελληνικής γραμματείας και της γλωσσικής μας παράδοσης ως στοιχείων κοινωνικής συνοχής. Την ίδια στιγμή όμως, ο αντιδιανοουμενισμός αποτελεί την αναπόδραστη λογική συνέπεια στην οποία οδηγούν αντιλήψεις που εμπνέονται από το ιδεώδες του αυτοχθονισμού, οι οποίες βρίσκονται ήδη επί θύραις.

Ανάκτηση αξιοπιστίας

Ο αντιδιανοουμενισμός δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως παροδική μόδα αλλά ως μια επικίνδυνη για τη δημοκρατία αντίδραση απέναντι σε μακροχρόνιες πρακτικές που χρήζουν επανεξέτασης. Δεν είναι τόσο ότι η παραπληροφόρηση έχει αυξηθεί, ώστε να αρκεστούμε απλά σε έναν καλύτερο έλεγχο των ειδήσεων. Στον πυρήνα του φαινομένου μοιάζει να βρίσκεται η συνειδητή υιοθέτηση αναληθειών: η τεκτονική μεταλλαγή συντελείται από την πλευρά των αναγνωστών, των οποίων η εμπιστοσύνη απέναντι σε κάθε «αυθεντία» έχει κλονιστεί και εύκολα οδηγούνται σε αντιλήψεις που συγκρούονται με τα πορίσματα της επιστημονικής κοινότητας.

Οπως κάθε μάχη για την ανάκτηση της αξιοπιστίας, θα πρέπει να δοθεί με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Μείζονος σημασίας θα αποδειχθεί ο ρόλος της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας μέσα από την αναζωογόνηση ενώσεων επιστημόνων και ερευνητών με κοινωφελές πρόσημο, αντίστοιχων με αυτές που ευδοκιμούσαν μέχρι τη δεκαετία του 1970. Οι φορείς αυτοί, στους οποίους συμμετείχαν κορυφαίοι επιστήμονες, στάθηκαν πραγματικοί φρουροί του δημόσιου συμφέροντος. Οχι μόνο ως προς την εκλαΐκευση των επιστημονικών ιδεών στο πλατύ κοινό και στην ανάδειξη ζητημάτων ζωτικών για την ανθρωπότητα, όπως η χρήση των πυρηνικών όπλων και η κλιματική αλλαγή· ως θύλακοι μιας μακραίωνης ανθρωπιστικής, μη κερδοσκοπικής πρόσληψης της αποστολής των επιστημόνων. Η δε παρακμή που δοκιμάζουν έχει επιτρέψει σε ακραιφνώς αντεπιστημονικές ιδέες και σε συνωμοσιολογικές θεωρίες να διαχέονται ανεξέλεγκτα.

Μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να επενδύσουμε στα τελευταία οχυρά απέναντι στον αντιδιανοουμενισμό, δηλαδή στην παιδεία και ευρύτερα στη μόρφωση. Από αυτή την άποψη, τα πρόσφατα πορίσματα του διεθνούς διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ, ο οποίος μέτρησε την ικανότητα των Ελλήνων μαθητών να εφαρμόζουν δεξιότητες και γνώσεις στις φυσικές επιστήμες, στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, δεν προοιωνίζονται κάτι το θετικό, αφού δείχνουν ότι κατά την τελευταία δεκαπενταετία οι επιδόσεις μας υπήρξαν πτωτικές και σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η μεγάλη απειλή που ελλοχεύει και μπορεί να οδηγήσει τους νέους σε λογικές αναχωρητισμού δεν αφορά την αδυναμία τους αυτή καθαυτή να λύνουν εξισώσεις ή να χρησιμοποιούν ευρύ λεξιλόγιο, αλλά στον κίνδυνο να ενισχυθεί περαιτέρω ο φόβος τους, που κυριεύει ολοένα περισσότερους πολίτες, ότι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία για να συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα στη σύγχρονη κοινωνία.

Ο αποφασιστικότερος ίσως παράγοντας για την καταπολέμηση του αντιδιανοουμενισμού συνδέεται με την προοπτική της σταδιακής χειραφέτησης του πολιτικού κόσμου από την κηδεμονία των δημοσίων σχέσεων, οι οποίες θα πρέπει να περιοριστούν στην καταστατική τους λειτουργία ως ένας «καλλιεπής» διαμεσολαβητής με την κοινή γνώμη. Η ποιότητα του δημοκρατικού ελέγχου και της αντιπροσωπευτικότητας – εν τέλει η δυνατότητα καθαυτή της ουσιαστικής άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων, συναρτάται απόλυτα με την αμεσότητα και καλοπιστία της πολιτικής διαμεσολάβησης. Στο τέλος, η σαγήνη του οργανικού αντιδιανοούμενου θα καταστεί λιγότερο θελκτική από τις αρετές του Διαφωτισμού στον βαθμό που αυτές θα αντικατοπτρίζονται στις πρακτικές του πολιτικού κόσμου πιστότερα απ’ ό,τι μέχρι σήμερα.

* Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι visiting scholar στο Centre of Development Studies του πανεπιστημίου Cambridge.