ΑΠΟΨΕΙΣ

Παίζοντας τυφλόμυγα

Μετά την ήττα των κομμουνιστών στον Εμφύλιο, για πρώτη φορά αμφισβητείται στα σοβαρά η προσαρμογή της Ελλάδας στην τροχιά της Δυτικής Ευρώπης. Η δικτατορία των συνταγματαρχών όχι μόνον δεν την αμφισβήτησε, αλλά υποτίθεται ότι επεβλήθη για να τη διασώσει από τον φανταστικό «κομμουνιστικό κίνδυνο». Οι συνταγματάρχες δεν επεδίωξαν τη διακοπή της διαδικασίας ένταξης της χώρας μας στην τότε ΕΟΚ. Την υπέστησαν ως τιμωρία. Και εν πάση περιπτώσει, παρά τον γκροτέσκο εθνικισμό τους, κάθε άλλο παρά αντιευρωπαίοι ήσαν. Η Ευρώπη τούς ενοχλούσε στον βαθμό που αμφισβητούσε τη δικτατορία τους. Και όσοι ζήσαμε την εποχή εκείνη θυμόμαστε ότι από τη Δυτική Ευρώπη περιμέναμε τη βοήθεια για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.

Η χούντα κληροδότησε στη μεταπολίτευση τον αντιαμερικανισμό. Και αυτόν εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά για να επιβάλει την κοινωνική της ηγεμονία. Με την πάροδο των ετών και την ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα και αργότερα στην Ενωση, ο αντιαμερικανισμός έγινε αντιδυτικισμός. Θυμηθήκαμε τις παραδόσεις της καθ’ ημάς Ανατολής, θυμηθήκαμε την ιδιοπροσωπεία μας, την ορθοδοξία και την ταυτότητά μας, που δεν ήταν ακριβώς ευρωπαϊκή, αλλά κάτι «άλλο». Ζήσαμε την ευρωπαϊκή μας θητεία εξαιρούμενοι. Συναισθηματικά το πνεύμα του αντιευρωπαϊσμού τονώθηκε το 1999, με τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία. Μετρήθηκε, δε, με τη δημοτικότητα της εθνοκαπηλικής ρητορείας του Χριστόδουλου. Αναγκαστικά συμπυκνώνω τις χρονικές περιόδους και τις μεταμορφώσεις που επέφεραν.

Το 2004, με την Ελλάδα στην ΟΝΕ, όσοι ξεχύθηκαν στους δρόμους για την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος φώναζαν σαν να γιορτάζουν μια νίκη της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό πόλεμο. Ενα μήνα μετά, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες η νίκη αυτή απέκτησε παγκόσμιες διαστάσεις. Τα καταφέραμε, είμαστε και οι πρώτοι. Εμείς ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε. Οι «άλλοι» όφειλαν να πεισθούν. Ελα όμως που δεν πείσθηκαν κι ενώ εμείς νομίζαμε πως είμαστε πρώτοι, αυτοί, με τις δικές τους μετρήσεις, μας έβγαζαν τελευταίους. Κάπως έτσι γιγαντώθηκε το αντιευρωπαϊκό αίσθημα. Eπαψε πια να είναι προνόμιο της εθνικιστικής ακροδεξιάς και όσων αριστερών επιθυμούσαν τον τρίτο γύρο για να πάρουν πίσω το αίμα που έχασαν στον Εμφύλιο. Η κωμωδία της εθνικής ιδιοπροσωπείας άρχισε να παίρνει διαστάσεις τραγωδίας, ιδιαίτερα για τα μεσαία στρώματα που μέρα με την ημέρα έχαναν την κοινωνική τους θέση. Ο αντιευρωπαϊσμός μοιράστηκε δημοκρατικά σε όλο το πολιτικό φάσμα. Το 2016 απέκτησε και διεθνείς αναφορές, τη Βρετανία, τον Τραμπ, τον αναδυόμενο ευρωσκεπτικισμό ακόμη και στον σκληρό πυρήνα της Ενωσης.

Ο «τρίτος γύρος» που πολλοί οραματίζονται μπορεί να μην είναι τόσο αιματηρός όσο ο δεύτερος γύρος του συμμοριτοπόλεμου. Μια «αναίμακτη» απελευθέρωση από τον πολιτισμένο κόσμο. Υπάρχει όμως μία λεπτομέρεια που την παραγνωρίζουν. Η ελληνική κοινωνία είναι ήδη καταπονημένη. Δεν αντέχει τους κραδασμούς της ρήξης. Η εξαθλίωση θα φέρει απελπισία και η απελπισία βαρβαρότητα. Στην πτωχευμένη και απομονωμένη χώρα, θα απελευθερωθούν ένστικτα και δυνάμεις οι οποίες θα στραφούν εναντίον της Ευρώπης, αλλά και εναντίον όσων κατάφεραν τη ρήξη μαζί της. Παράλογο; Ελάτε τώρα, στην Ελλάδα ζούμε. Και αυτοί που μας κυβερνούν παίζουν τυφλόμυγα.