ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ομηρος και η μηχανή του χρόνου

​​Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή η επιστήμη και η τεχνολογία πραγματοποιούν το όνειρο των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας και κατασκευάζουν τη μηχανή του χρόνου. Και ας φανταστούμε πως η μηχανή μας είναι πάμφθηνη, πανεύκολη στη χρήση της και παντελώς ακίνδυνη για τον οδηγό της και για τα χρονικά πεδία στα οποία κάθε φορά θα προσεδαφίζεται, αν στέκει εδώ το ρήμα. Υπόθεση στην υπόθεση: Ποια από τα πολλά φιλολογικά προβλήματα, σοβαρά ή χαριτωμένα, βαριά ή ανάλαφρα, που μας κληροδότησαν οι περασμένες χιλιετίες, θα νοιάζονταν να λύσουν επιτέλους οι φιλόλογοι, κολυμπώντας αναπόταμα στον χρόνο, χάρη στη μηχανή τους; Θα διάλεγαν να διακριβώσουν αν υπήρξε όντως ο Σαίξπηρ, ένας Σαίξπηρ, ή, προσχρονιζόμενοι στη μεγάλη Αθήνα, να δουν (ή να μη δουν) τον Πλάτωνα να καίει χειρόγραφα του Πρωταγόρα; Θα προτιμούσαν να παραστούν στην τελευτή του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, ώστε να διαπιστώσουν αν πράγματι τον έναν τον σκότωσε μια εξ ουρανού χελώνα, τον δεύτερο μια ρώγα άγουρο σταφύλι, τον δε τρίτο τον κατασπάραξαν σκυλιά, ή να αναζητήσουν την περί κωμωδίας και ιάμβου χαμένη πραγματεία του Αριστοτέλη, μέρος δεύτερο της «Ποιητικής»;

Ο καθείς και η επιθυμία του. Μπορούμε ωστόσο να θεωρήσουμε βέβαιο ότι πολλοί γραμματολόγοι θα διάλεγαν να ανατρέξουν στην πηγή ή στις πηγές του ομηρικού προβλήματος. Γιατί οι απορίες τους παραμένουν επί χιλιετίες αναπάντητες. Ηταν λοιπόν ένας ο Ομηρος, ένας ο ποιητής και των δύο επών; Και πού γεννήθηκε, σε ποια από τις 15 πόλεις που πρόβαλλαν δικαιώματα γενέτειρας; Γνώριζε τη γραφή και, αν ναι, πόσο τη χρησιμοποίησε; Ηταν όντως τυφλός, και πώς η τυφλότητα κατέληξε εμβληματικό γνώρισμα των αοιδών ανεξάρτητα από εποχή και περιοχή; Και ποια η σχέση του με την προφορική παράδοση;

Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν τον Γρηγόρη Σηφάκη εν εκτάσει και σε βάθος στο νέο βιβλίο του «Ζητήματα ποιητικής, φιλολογίας και λαογραφίας» (εκδ. Κίχλη), τόσο φιλόξενο για τη σκιά του Ομήρου, για να θυμηθούμε τον Σολωμό. Αλλά και τόσο σεβαστικό για τους τραγουδιστές άδοξοι που ’ναι κι ανώνυμοι, τους δημιουργούς των ασμάτων της προφορικής μας παράδοσης. Ο Σηφάκης δεν συγκαταλέγεται σε όσους αναζητούν κοινά ή παραπλήσια στοιχεία, τεχνολογικά ή λεκτικά, επειδή επείγονται να επικυρώσουν την εικασία της άρρηκτης συνέχειας. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα προσεκτικός και δεν συναριθμεί στα όμοια ή τα παράλληλα (άρα και στα «τεκμήρια κοινών πηγών ή αλληλεπιδράσεων του έπους και των τραγουδιών») «κοινές εκφράσεις του καθημερινού λόγου –γλωσσικά σημεία–, που θα μπορούσαν να έχουν προέλθει από ένα είδος πολυγένεσης».

Είναι άραγε ατράνταχτο τεκμήριο το ότι τις φράσεις «κλαίε καθήμενος» ή «κλαίον οδυρόμενοι» που διαβάζουμε στην «Οδύσσεια» τις ακούμε και στα δημοτικά, στη μορφή «και κάθουνται και κλαίουν» λ.χ. ή «και έκλαιεν και οδύρετον»; «Το γεγονός ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές είναι αρχαίες», λέει ο Σηφάκης, «και ακόμη ότι μπορούν να αντιστοιχούν σε ομηρικούς λογοτύπους είναι πράγματι εντυπωσιακό, αλλά επειδή μαρτυρεί τη συνέχεια του ελληνικού προφορικού λόγου, όχι της προφορικής ποίησης ειδικά». Και επειδή είναι πιθανό ανάλογα λεκτικά ζεύγη να συναντήσουμε και σε ξένες γλώσσες, δεν θα αποδώσουμε στις εκφράσεις αυτές την ίδια σημασία που αποδίδουμε στον παραλληλισμό και στο αυξητικό τρίκωλο, κομβικές έννοιες στις οποίες επανέρχεται σταθερά ο συγγραφέας, με πλούσια παραδείγματα. Πρόδηλο είναι ότι ο Σηφάκης δεν είναι θεράπων της «εθνικοαμυντικής» σχολής που συνεχίζει να νιώθει υποχρεωμένη να πολεμάει μιαν άλλη σκιά, απεχθή αυτή, του Φαλμεράυερ. Η αγάπη του για τα δημοτικά, το σέβας του γι’ αυτά, είναι πράγματα αυτοτελή και αυτόνομα, όχι εξαρτημένα ή συναρτημένα. Τα γεννάει η αυταξία τους, όχι ο συσχετισμός τους με τα έπη και η μικρή ή μεγάλη σχέση τους όσον αφορά την παραγωγή, τη χρήση και τη διάδοσή τους.

Η προφορική παράδοση, όσο ξέρω, δεν διέσωσε πολλά ίχνη της ποίησης του Ομήρου ή της συνολικότερης παρουσίας του. Η πιθανή συγγένεια της τεχνικής του στη σύνθεση των επών με την τεχνική απαρτισμού των δημοτικών τραγουδιών είναι διαφορετικής τάξεως ζήτημα, στο οποίο επικεντρώνεται με πλήρη γνώση, βαθιά επεξεργασμένη μέθοδο και έκδηλο μεράκι ο Σηφάκης. Ενας φιλολογικός ντετέκτιβ ικανός να εντοπίζει χνάρια και να τα συσχετίζει, διαπλέοντας άνετα το πέλαγος ανάμεσα στον αρχαίο ποιητικό λόγο και στον νεότερο.

Γι’ αυτό ακριβώς, λοιπόν, παραμερίζω την εικασία της χρονομηχανής. Και προσγειώνομαι για να πω ότι, όσο κέρδος και να προέκυπτε αν τη διαθέταμε, θα υπολειπόταν πολύ από το πνευματικό όφελος που απολαμβάνουμε τώρα που δεν την έχουμε. Γιατί έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε και να ξαναψάχνουμε, να επερωτάμε με πείσμα μεθοδικό τα υπάρχοντα κείμενα, αφού κείμενα έγιναν πια και τα τραγούδια, τα αρχαία πρώτα, τα νέα κατόπιν, και να αναρωτιόμαστε για τις πιθανές παραλληλίες ή αναλογίες στη συγκρότησή τους.

Κάπως σχηματικά: Πέρα από την τυφλότητα που μοιράζεται ο αρχαίος αοιδός με αρκετούς από τους τραγουδιστές των δημοτικών (και πρέπει να πω ότι ο Σηφάκης επιμένει στον Ομηρο ως αοιδό, όχι ως ραψωδό), πού και πώς ενδέχεται να διασταυρώθηκε η εσωτερική όραση του μεν και των δε, κατά την ύφανση του ποιητικού λόγου; Και ποια βαθύτερη ποιητική έγνοια και αφηγηματική ανάγκη διαμόρφωσε τους λογοτύπους ή τις φόρμουλες, «ενότητες περιεχομένου και μορφής, που δημιουργούνται, διατηρούνται και χρησιμοποιούνται από τους ποιητές που εργάζονται μέσα στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο και ιδεολογικό κλίμα»;

Δεν υπάρχει βέβαια μίμηση εδώ, των νέων απέναντι στον αρχαίο, γιατί δεν υπάρχει γνώση. Δεν ακούμε άλλωστε αρχαία ονόματα τόπων, θεών ή ανθρώπων στη δημοτική ποίηση. Ούτε καν στο τραγούδι του Διάκου, όπου η γεωγραφική συνάφεια (η Αλαμάνα και οι Θερμοπύλες), καθώς και οι αναλογίες της μάχης του 480 π.Χ. με τη μάχη του 1821 (ο ήρωας που δεν φεύγει, παρά τον όγκο των πολεμίων, και σκοτώνεται), θα μπορούσαν ίσως να οδηγήσουν τον λαϊκό τραγουδιστή στην εξύμνηση διά της συγκρίσεως: ο Διάκος σαν νέος Λεωνίδας, όπως χαρακτηρίστηκε αργότερα από ιστοριογράφους και επώνυμους ποιητές. Αρχαία ονόματα μόνο στα «Πολεμιστήρια άσματα» του σχετικώς εγγράμματου Δημητσανίτη Τσοπανάκου ακούμε, ενός από τους «γνωστούς ποιητές δημοτικών  ασμάτων», για να θυμηθούμε τον τίτλο μελετήματος του Ν.Γ. Πολίτη. Για παράδειγμα: «Οι Πρόγονοί μας μια φορά / έκαμαν θαύματα πολλά. / Μιμηθώμεν Λεωνίδα  / να λυτρώσωμεν πατρίδα».

Συνεχίζω  την  επόμενη  Κυριακή.