ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Τάμα και ο Παρθενώνας

Υπάρχει μία φράση που συνδέει το «Τάμα του Εθνους» με τον Παρθενώνα: «Η ανέγερση αυτής της μνημειώδους εκκλησίας, ως έκφραση της ευγνωμοσύνης του λαού προς τον Θεό για την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους, θα ήταν ορατή σε όλη την Αθήνα, ισάξια του Παρθενώνα». Δεν θα επιμείνουμε σε κανένα από τα δύο θέματα. Πρώτον, διότι το Τάμα που επανέρχεται –και αυτό έχει ενδιαφέρον– κατά διαστήματα, από τον 19ο αιώνα, όπως και η χρεοκοπία της χώρας, ξανακλείστηκε στο χρονοντούλαπο· δεύτερον, γιατί, ως προς τον Παρθενώνα, αποκρούσαμε επιτυχώς άλλη μία πρόταση «άλωσης» των αρχαίων μνημείων από τους ξένους. Οι 16 βουλευτές της Ν.Δ. απέσυραν τις υπογραφές τους από την επερώτηση για το «Τάμα», κατόπιν εντολής του Κυριάκου Μητσοτάκη· το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο απέρριψε ομοφώνως το αίτημα του οίκου Γκούτσι να διοργανώσει επίδειξη μόδας στον Παρθενώνα. Επομένως, ο αχός που σηκώθηκε καταλαγιάζει, οι λέξεις (χιλιάδες) που δαπανήθηκαν περνούν στα αρχεία και όλοι επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Είναι όμως έτσι;

Πώς αντιμετωπίζεται η πρόσδεση σε εθνικά σύμβολα, υπαρκτά ή επινοημένα, ως μορφή συλλογικής ψύχωσης, που προβάλλει με διάφορες αφορμές; Και ναι μεν, στην περίπτωση του «Τάματος», δύσκολα συγκρατεί κανείς τα πνιχτά γέλια του ή τις ανορθωμένες τρίχες της κεφαλής του, προσπαθώντας να αντικρούσει την «ψύχωση». Στην περίπτωση του Παρθενώνα, όμως, τα πράγματα είναι σοβαρά. Η απάντηση του ΚΑΣ, «περί ιδιαίτερου πολιτιστικού χαρακτήρα των μνημείων της Ακρόπολης… συμβόλου παγκόσμιας κληρονομιάς κ.λπ.», είναι εξαιρετικά αδύναμη γιατί είναι αυτονόητη, δηλώνει αμηχανία, καλύπτεται από τον γραφειοκρατικό τυφλοσούρτη, που την καθιστά αυτομάτως «παλιά» και ευάλωτη. Καμιά φορά τα επιχειρήματα έχουν μεγαλύτερο βάρος από την ίδια την απόφαση.

Καμία ανακοίνωση κόμματος δεν εξαιρέθηκε από τον κανόνα «ναι μεν αλλά», το οποίο μεταφράζεται σε «να μη δυσαρεστήσουμε ψηφοφόρους, αλλά και να μην αντιταχθούμε σε απόψεις περί αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Το πολιτικό σύστημα δίνει τον τόνο: φτωχοπροδρομισμός, υποκρισία, κορώνες του τύπου «δεν ξεπουλιόμαστε». Οι αποκλίσεις ελάχιστες, πνίγονται από την επέλαση της εθιμοτυπίας των «αναλλοίωτων αξιών». Μόνο που όσο οι αξίες προσδιορίζονται με έμφαση ως «αναλλοίωτες», τόσο όλο και πιο εκτεθειμένες μένουν.